Athens

Athens
Athens

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Χορός

Θα σου πω ένα μυστικό. Κι είναι απ' τα πιο σημαντικά που θα μάθεις.

   Όταν χορεύω, μου έρχονται στο μυαλό φαντασιώσεις. Νιώθω ότι έχω απέναντί μου ανθρώπους που αγαπάω, ανθρώπους που είναι μακριά μου, ανθρώπους που ερωτεύτηκα στο παρελθόν, και μέσω τις κίνησης μεταδίδω μηνύματα που δεν πρόλαβα να τους πω. Σαν τρόπος να με γνωρίσουν καλύτερα. Το έκανα αυτό, από παιδί. Με ηρεμούσε, με ξεκούραζε, με γέμιζε, ήταν ένα είδος ψυχοθεραπείας που με έσωσε από πολλές κακοτοπιές.

   Ανά καιρούς κάποιοι άνθρωποι μονοπωλούσαν τη σκέψη μου. Έστελνα λευκά γράμματα με αποκλειστικούς παραλήπτες εκείνους. Αλλά κι αυτό σε κουράζει κάποια στιγμή. Η αδικία κουράζει, όπως κι ο πόνος. Η αγάπη δεν κουράζει και δεν κουράζεται ποτέ.

   Πάντα απορούσα μ' εκείνους που ξε-αγαπάνε. Το λεξιλόγιο του μυαλού μου αρνιόταν αυτή την διαδικασία. Και πάντα απορούσα με το αν είναι φυσιολογικό αυτό που κάνω, αν κάτι δεν πάει καλά με το δικό μου ξεροκέφαλο. Που προτιμούσα να ζω κάτι έντονα, ή να μην το ζω καθόλου.

   Είχα μάθει να μου έρχονται όλα εύκολα στον ερωτικό τομέα. Γι αυτό και οι απορρίψεις κλωθογύριζαν στη σκέψη μου πολύ περισσότερο απ' όσο τους άξιζε, για μήνες ή για χρόνια, λες και η επιβεβαίωση της αξίας μου θα ερχόταν από οποιονδήποτε άλλο για να την καταλάβω, όχι από εμένα. Τέτοιος μαλάκας ήμουν.

   Και κάπως έτσι έφτασα 28 Αυγούστων.
   Και η φαντασίωσή μου πλέον έχει όνομα.
   Δεν ζήτησα ποτέ την κεντρική σκηνή, ούτε όμως αγάπησα την κερκίδα.
   Και το χαμογελαστό σου πρόσωπο πλημμυρίζει το πιο μεγάλο στάδιο που μπορεί να
   πλάσει η σκέψη μου.

  Είμαι εθισμένη στους γρήγορους ρυθμούς. Η απραξία με αποσυντονίζει... Ένα βασικό μου ελάττωμα που γίνεται προτέρημα, όσο συμβαίνουν όμορφα πράγματα και παρασύρομαι, προσπαθώντας να εντοπίσω την παγίδα. Τη στιγμή που κάτι θα πάει στραβά.

  Είσαι η δύναμή μου. Ο λόγος που πιστεύω ότι είμαι ικανή για όλα. Ίσως τα 'κανα και χωρίς εσένα, αλλά παίρνουν αξία με τη χαρά που βλέπω στο βλέμμα σου. Με κοιτάς με καμάρι και λιώνω το κεράκι, κάθε μέρα που περνάει σε ερωτεύομαι περισσότερο.

  Κατάλαβα πως για να τιμήσω κάθε έννοια της λέξης γυναίκα, πρέπει να έχω έναν Άντρα δίπλα μου. Ημέρεψα. Και κάθε ξημέρωμα με βρίσκει με βρίσκει λίγο πιο ξεκούραστη. Λίγο πιο επουλωμένη. Με λίγη δύναμη παραπάνω για να γυρίσω τον κόσμο ανάποδα. Για σένα, και μαζί σου.

Αν με αντέξεις; Χμμ...
Ας μην κάνω μεγαλεπήβολα σχέδια. Κι αυτά που είπα είναι ήδη πολλά.

 
  

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Λιμάνι

   Παρασκευή. Το μίνι διάλειμμα της Κυριακής. Δύσκολη μέρα δύσκολης εβδομάδας. Πόδια ταλαιπωρημένα. Μυαλό κουρασμένο κι ανήμπορο ν' αξιολογήσει πλήρως νέα δεδομένα, σώμα που δεν σ' ακολουθεί πια όπως θα ήθελες. Άγχος. Σχέδια. Πίεση.
   Ανοίγεις βιαστικά την πόρτα του αυτοκινήτου. Τ' αγαπημένα σου τριαντάφυλλα σε περιμένουν στο κάθισμα. Το αγαπημένο σου φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο σε περιμένει μ' ένα χαμόγελο γεμάτο μικρούς ήλιους.
   Και ξαφνικά θέλεις να βάλεις τα κλάματα. Συγκίνηση, ανακούφιση, ηρεμία; Απορία μήπως, αν σου αξίζει όλο αυτό που ζεις; Κι όμως το νιώθεις. Τόσο νωρίς... Αυτό το "εδώ είμαστε". Έχει σημασία;
   Την ίδια στιγμή που συζητάς για υπολογιστικά, πρακτικά πράγματα, το πώς θα ψάξετε για το σπίτι, από πού θα ψωνίσετε τις συσκευές, ένα πονηρό παιδιάστικο γελάκι σε αποσυντονίζει με σκέψεις για ένα έξοδο που δεν είναι απαραίτητο. Σαν το παιδί που δεν μπορείς να του χαλάσεις χατήρι. Σε λιώνει.
   Αν προσπαθούσες να μαντέψεις ένα τρόπο για να με κάνεις ευτυχισμένη, θα 'πρεπε να κλειδώσεις σ' ένα μαγικό κουτάκι όλες εκείνες τις μικρές, ανούσιες, καθημερινές στιγμές μας, να το φοράω σαν φυλαχτό πολύτιμο. Με κάνεις να αισθάνομαι παιδί. Με ηρεμείς. Και γεμίζεις τη σκέψη μου με λιμάνια.

   "Γυναίκα μου... Γυναίκα της ζωής μου"

Ίσως ο μόνος λόγος για να το γράψω όλο αυτό, είναι για να θυμάμαι πότε ακριβώς άκουσα αυτές τις λέξεις απ' τα χείλη σου. Καταπίνω τις φράσεις σαν βάλσαμο, που διαπερνά τους κόμπους του λαιμού και στάζει μέλι στην ψυχή μου.

  Ξέρεις γιατί είσαι το λιμάνι μου; Γιατί αγαπάω κάθε σου ελάττωμα, περισσότερο απ' ότι αγαπώ τα χαμόγελα σου.

Δεν στο είπα ακόμη. Αλλά θα το μάθεις. Κυρίως στην πράξη.
Είσαι ο άντρας της ζωής μου. Κι αν σε χάσω, το φταίξιμο θα είναι αποκλειστικά δικό μου. Θα 'μαι άξια της "μοίρας" μου.
Καιρός να την διαψεύσω αγάπη μου. Έχουμε πολλά να κάνουμε.

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Πόσο λυπάμαι...

    Όσο περισσότερο διαβάζω, τόσο πιο φειδωλή γίνομαι στις λέξεις. Δεν προσπαθώ να σ' εντυπωσιάσω. Δεν μπορώ να σε συγκινήσω.
    Η έλλειψη πνίγει. Τ' ανείπωτα γίνονται μακροσκελείς προχειρογραμμένες επιστολές, βολές κατά ριπάς. Η πληρότητα έρχεται αθόρυβα, αλλά φωνάζει. Δεν σε εμπνέει να γράφεις, αλλά να πράττεις και να ονειρεύεσαι.

   Αντιλαμβάνεσαι τα θέλω μου, πριν προλάβω να τους δώσω υπόσταση. Τα τακτοποιείς στα κουτάκια μιας λογικής λίστας ονείρων και τα μετατρέπεις σε στόχους. Κοινούς. "Να είμαστε καλά, να οργανωθούμε, να πάρουμε την μηχανή σου... να βρούμε ωραία έπιπλα για το σπίτι μας... να..." Συμπληρώνεται η λίστα, και ταυτόχρονα συμπληρώνονται τα κενά μου. Χωρίς ονειροβασίες κι επίπλαστες ανάγκες. Είχα ξεχάσει τη δύναμη του "εμείς". Του ουσιαστικού. Του απόλυτου. Ίσως δεν το είχα ζήσει και ποτέ. Ίσως πίστευα ότι δεν το άξιζα κιόλας.

   Τα λόγια σου λειτουργούν σαν βάλσαμο που με παραλύει, σαν το χάδι σου στην πλάτη μου. Και κάθε μικρή στιγμή μας είναι αφορμή για να καλπάζει η φαντασία μου σε περισσότερες. Κάθε βόλτα μας. Όταν το μάτι μας πέφτει πάνω στα ίδια πράγματα στις βιτρίνες. Όταν οι δουλειές που κάνουμε μαζί δεν φαντάζουν ποτέ ως τέτοιες. Όταν σε θαυμάζω και με καμαρώνεις. Κάθε δευτερόλεπτο που περνάει και χρωματίζει εκείνα τα ασήμαντα, τα καθημερινά, τα βαρετά. Ανυπομονώντας να γίνουν μέρες, μήνες, χρόνια...

  Δεν μ' αφήνεις να νιώσω αμήχανα ούτε στιγμή που μεγάλωσα σ' ένα διαλυμένο περιβάλλον, παρά τις δικές σου απολύτως υγιείς εμπειρίες. Με τον πατέρα σου γελάτε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Σαν να σε βλέπω μετά από τριάντα χρόνια, και σκέφτομαι πως θα είμαι ακόμη (διαφορετικά μεν, αλλά παράφορα) ερωτευμένη μαζί σου. Έχεις το βλέμμα της μητέρας σου. Κι εκείνη έχει το είδος της αγκαλιάς που αγαπώ στους ανθρώπους: ζεστή, επιβλητική, σε καλύπτει ολόκληρο, παρότι μικροκαμωμένη γυναίκα. Ένα σπίτι που με καλωσορίζουν ακόμη και τα ντουβάρια. Ένα μπαλκόνι με θέα για ν' ανασαίνεις, κι ένα λουλούδι απ' τις γλάστρες σας για να μοσχομυρίζει το δωμάτιό μου. Αγαπάμε ακριβώς τα ίδια πράγματα...
  Μην μπερδεύεσαι. Δεν ψάχνω δανεικές φωλιές για να στεγάσω όλ' αυτά που μου λείπουν. Είμαι πολύ μεγάλη για τέτοια λάθη πια, κι ακόμη μεγαλύτερη για δικαιολογίες περί οικογένειας. Καιρός να φτιάξω τη δική μου.

   Κάθε μέρα μου δίνεις μια ακόμη αφορμή να θαυμάζω τη μεθοδικότητα, τη δημιουργικότητα, το πεισματικά δουλευταράδικο πνεύμα σου. Και κάπως έτσι προκύπτουν όλα. Τα σχέδια, οι δουλειές, οι κατασκευές, τα ταξίδια... Απλά, όμορφα κι αβίαστα. Όπως η μαγική φρασούλα που δεν περίμενα ποτέ να βγει απ' το στόμα μου μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Και η αντίδρασή σου, που ήταν ό,τι πιο όμορφο θα μπορούσα να ελπίζω. Μια στιγμή που, όσο κι αν μ' αντέξεις, δεν θα καταφέρω να ξεχάσω ποτέ.

  Ναι, έχω ερωτευτεί κι άλλους ανθρώπους στο παρελθόν. Έχω αγαπήσει, έχω πληγώσει, έχω προστατέψει. Όμως δεν περίμενα ποτέ ν' αγαπήσω έναν άνθρωπο όσο τον εκτιμώ και τον σέβομαι. Οι πεταλούδες στο στομάχι μου γίνονται κόμποι, όταν αγχώνομαι επειδή αργείς να γυρίσεις. Σε ζητά το σώμα μου, όσο σε ζητά η ψυχή μου. Κι αφήνομαι σε ένστικτα πρωτόγνωρα.

  "Πόσο λυπάμαι... Τα χρόνια που πήγαν χαμένα..."
   Δεν θέλω να βλαστημώ το χρόνο που πέρασε χωρίς να σε γνωρίζω. Αν δεν είχε θολώσει το βλέμμα μου, δεν θα διέκρινα ποτέ στο δρόμο μου ένα θησαυρό. Συμπορεύεσαι σωστά με το χρόνο, όσο οξύνει την κρίση σου.
   Δεν θέλω να σε εντυπωσιάσω με λόγια πολυφορεμένα. Γιατί οι πράξεις σου έχουν καταφέρει ήδη να επισκιάσουν όσους γαλήνεψαν και βρώμισαν την ψυχή μου ολ' αυτά τα χρόνια. Κι υπάρχει ακόμη κάτι αμόλυντο, κάτι αφόρετο μέσα μου. Αυτό έχω την ανάγκη να σου δίνω. Ό,τι ονειρευόμουν πως μπορώ να δώσω. Με πράξεις που σου αξίζουν, μέρα τη μέρα.

   Έχω το προαίσθημα πως έχω κάνει διακριτική είσοδο στην καλύτερη περίοδο της ζωής μου. Αθόρυβα, σαν δραστήρια γάτα. Τα θηρία που έπνιγαν το μέσα μου μοιάζουν μακρινά φαντάσματα του παρελθόντος. Χωρίς μεγαλοπρεπείς πομπές, φουσάτα, ποδοβολητά και πυροτεχνήματα. Αποκοιμιέμαι γαλήνια στην αγκαλιά σου σε δευτερόλεπτα. Και σχεδιάζω. Κι ονειρεύομαι. Για όσο μ' αντέξεις. Για όσο αντέξουμε.
Είχα συνηθίσει να κρύβω το ρομαντισμό μου, επιμελώς ή ατημέλητα, για να μην γίνει πάλι εκδικητικός. Όσο ξυπνά μέσα μου, πιο ζωογόνος από ποτέ, να με φοβάσαι. Έχεις πολλά να δεις ακόμη.

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Διόδια

    Πέρασε χρόνος από τότε που πρωτοδιάβασα αυτό το κείμενο της Μαλβινα(ρα)ς. Όταν έγλειφα ακόμη πληγές, κι άπλωνα τα βρεγμένα ρούχα της ελπίδας μου να στεγνώσουν στον ήλιο.
    Τι συνέβη από τότε; Μια ψυχοσυναισθηματική χιονοστιβάδα αλλαγών. Ανακατατάξεις, εκπληρώσεις απωθημένων, αναθεωρήσεις... Ώσπου να κερδίσω την ευτυχία, μέσω της ψυχικής μου ηρεμίας.
    Κι έπειτα έρχεται εκείνο το πρωί. Τα πρωινά που, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, λιώνεις στο repeat τραγούδια σαν αυτό.
https://www.youtube.com/watch?v=HXNE_l1YUHU
Σε περιβάλλουν με μια ζεστή, ροδαλή ομίχλη θετικότητας, σε προχωρούν ένα βήμα. Το ένστικτό σου βροντοφωνάζει πως κάτι όμορφο θα συμβεί σύντομα.
    Κι έπειτα ήρθες εσύ. Ήταν δυνατόν να μην έρθεις;...

   Βαρέθηκα να κυκλοφορώ με τεράστιες ταμπέλες για τα "θέλω", τις παρακλήσεις και τους στόχους μου.
   Βαρέθηκα να εξηγώ. Να κατηγοριοποιώ. Ν΄ απολογούμαι.
Οι μεγαλοστομίες δεν ωφελούν, ούτε με ωφέλησαν ποτέ. Θα παραμείνω πάντα μια τρελή, ταλαιπωρημένη γυναίκα, που πετάει ό,τι κατεβάσει η κούτρα της.
Που θα αμφιβάλλει για το αν της αξίζει το χαμόγελό σου. Το φως που εκπέμπεις.
Που θα περιμένει να ξυπνήσει μια μέρα απ' τ' όνειρο, και να γίνουν όλα όπως πριν.

Όλα όσα ψέλλιζα πως ζητούσα τόσο καιρό.
Μια κουβέντα μου, σχεδόν δυο χρόνια πριν, όταν μου έλεγαν τι αξίζω. Κι απάντησα πως θέλω μόνο "ένα καλό παιδί, δουλευταρά." Μια φίλη μου γέλασε: "σαν τη μάνα μου ακούστηκες".
Ναι, είμαι πολύ πιο παραδοσιακή απ' όσο φαίνομαι. Κάτι που μάταια προσπάθησα να εξηγήσω σε αλαφροϊσκιωτους, συντηρητικούς, κολλημένους ανθρώπους, που με αντιμετώπιζαν μονίμως λες κι έπρεπε ν' αποκωδικοποιήσουν κάποιο γρίφο σε escape room. Κι εσύ, με τον μαγικό σου τρόπο, με μισή κουβέντα, κάνεις τις ανασφάλειες και τους προβληματισμούς μου θρύψαλα.

Πόσο πιο απλά γίνονται τα πράγματα, όταν υπάρχει ενδιαφέρον!
Πόσο περιττές οι μεγαλόπνοες εξηγήσεις και οι υπεραναλύσεις...
Όταν έμαθες δυο πράγματα, δεν τρόμαξες απ' τα σκοτάδια μου. "Οι άντρες δεν μιλούν πολύ". Μόνο πράττουν. Και στάθηκες εκεί, σαν κύριος. Και στέκεσαι. Θες το καλύτερο για μένα, και θες να είσαι δίπλα μου. Και η σοβαρότητα στο βλέμμα σου δεν μου αφήνει περιθώρια ν' αμφισβητήσω καμιά σου λέξη. Λίγες και σωστές. Μετρημένες.


Και τι είναι τελικά ο έρωτας ρε γαμώτο;...

    Ένα ζευγάρι ασημένιες πεταλούδες που στολίζουν με καμάρι τ' αυτιά μου, όταν με τράβηξες πίσω στο μαγαζί που τις είδες γιατί ήθελες να μου κάνεις ένα δώρο, έτσι, χωρίς λόγο. Χωρίς να ξέρεις πως έχω αδυναμία στις πεταλούδες.
    Ένα ζευγάρι φιλιά στα γόνατά μου. "Πόδια μου υπέροχα! Δεν πιστεύω να τα ταλαιπώρησες σήμερα, μην μου τα κουράζεις, γιατί άντε!"...
(...Μακάρι να 'ξερες. Ή μάλλον, καλύτερα που δεν ξέρεις. Καλύτερα που, αν με δεις ποτέ να συγκινούμαι και να κλαίω σαν χαζή, δεν θα μπορείς να κάνεις σωστές αποκωδικοποιήσεις.)
    Ένα ζευγάρι πράσινα μάτια με καθάρια λάμψη, πιο φωτεινή από οποιασδήποτε θάλασσας έχω συναντήσει ποτέ στη ζωή μου. 
    Ένα ζευγάρι γεροδεμένα, δουλεμένα χέρια, που λατρεύω να χαϊδεύω κι ας φοβάμαι πως μπορεί να πονέσω σε κάποιο σημάδι.
    Είναι τα βλέμματα συμπάθειας των αγαπημένων μου ανθρώπων, όταν σε γνωρίζουν. Η μνήμη. Ο τόνος σου στο "γυναικάρα μου", που με λιώνει. Η ήρεμη δύναμη που εκπέμπεις. Το σώμα σου, που με τραβάει σαν μαγνήτης. Ο τρόπος που ξυπνάς. Που χορεύεις. Το χαμόγελό σου όταν κοιμάσαι. Το γέλιο σου, όμοιο με μωρού παιδιού.
    Θα μπορούσα να συμπληρώνω, για πολλές ώρες ακόμη. Όμως έρωτας είναι τελικά όλα εκείνα που δεν μπορείς να εξηγήσεις.
    Είναι εκείνα τα μπλε τριαντάφυλλα που στολίζουν το γραφείο που κάθομαι, όσο σου γράφω αυτές τις γραμμές. Μια ανθοδέσμη τυλιγμένη σε χαρτί με ζωγραφιστές πεταλούδες. :) Όλα, γαμώτο...
Ακόμη κι εκείνη η άσπρη τριχούλα στη χωρίστρα μου, που όσο κι αν ψάχνω, δεν μπορώ να διακρίνω πια.

Παλιμπαιδίζω. Αφήνομαι, επιτέλους, σ' έναν άξιο στυλοβάτη των ονείρων μου. Και πολύ τη γουστάρω τη Ζέτα που ξαναγεννιέται μέσα μου. Ακριβώς επειδή δεν σε είχα ανάγκη, σ' εκτιμώ κάθε μέρα και πιο πολύ. Το φως σου με κάνει να βρίσκω πάλι το δικό μου. Κάθε μέρα και πιο πολύ.


   Ώσπου να σωθούν οι μέρες και οι ελπίδες. Η βουτιά στο κενό που δεν περίμενα ποτέ να ξανατολμήσω. Κι είναι υπέροχη... Χωρίς πανοπλία. Χωρίς διόδια. Μαζί σου.

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Νυχτερινές ικεσίες

Είναι εκείνη η ωχρή γυαλάδα στον πάτο του ποτηριού σου.
Οι σκέψεις που σε ζαλίζουν περισσότερο απ' αυτό.
Πόσο πιο όμορφοι γινόμαστε στο νυχτερινό φως! Κρύβει ό,τι ανακαλύπτει.
Κόκκινες, κίτρινες αντανακλάσεις...
Είναι εκείνες οι γωνίες του προσώπου σου. Και τα μάτια που στο μισοσκόταδο λάμπουν ακόμη πιο πολύ.
Είναι εκείνη η ουλή στο χέρι μου, που δεν διακρίνεται πια. Και η - ντροπαλή ακόμη - ρυτίδα στο μέτωπο, όταν κάθε σου λέξη γίνεται αίτιο ενός προβληματισμού συγκινημένου.

Η υπεραπλούστευση και η διακωμώδηση είναι εύκολες άμυνες. Όχι για μας.

Είναι τα βράδια που εύχομαι να ταξιδεύαμε μισό αιώνα στο παρελθόν. Να 'μασταν, λέει, σ' ένα τζαζ μπαρ της Νέας Ορλεάνης. Να χορεύουμε άτονα, αλλά ρυθμικά, σαν ξεκούρδιστα εκκρεμή. Να πιάνω το μικρόφωνο και να καταλαβαίνεις πώς νιώθω απ' τη βραχνάδα της φωνής, χωρίς ν' ακούς τους στίχους του τραγουδιού.

Μετά θυμάμαι πως δεν έχω φωνή. Και πως ποτέ δεν έκανα στη ζωή μου κάτι που να θυμίζει ταινία.

Τα μεγαλεπήβολα σχέδια λυγίζουν μπροστά στο χρόνο. Κι εκείνος στερείται πλέον κάθε νοήματος. Είναι το δευτερόλεπτο. Η ανάσα. Εσύ κι εγώ. Η αθάνατη στιγμή μας.

Είναι όλες εκείνες οι στιγμές που εύχομαι να 'σουν κάθε ανάσα που τρεμοπαίζει στο στήθος μου, και σβήνει εκπνέοντας σ' ένα νωχελικό σύννεφο καπνού.
Κάθε σταγόνα στο ποτήρι. Κάθε μελωδία. Κάθε ξενύχτι μας.
Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που λαμπαδιάζουν την παραίτησή τους μ' ένα σπίρτο. Και μόνο η φωτιά του τους κρατάει ζωντανούς.

Είναι όλ' αυτά και τίποτα.
Για να σε πνίγει, κάθε φορά και περισσότερο, εκείνος ο κόμπος του πρώτου φιλιού. Σαν ανθός που δένει, σφίγγει και δυναμώνει τις ρίζες του ως την καρδιά.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Αποστάσεις

  https://www.youtube.com/watch?v=_cnPZSM85j8

   "Το ινδιάνικο όνομά σου θα ήταν τρύπια καπότα" με πείραζε κάποτε ο πατέρας μου, προσπαθώντας να διακωμωδήσει το ατύχημα της γέννησής μου. Αφού ανέσυρα απ' τη μνήμη μου διάφορα παρατσούκλια με ανάκατη χρονολογική σειρά (Ποκατσόντας, Ζου, Σακίρα, χοροπηδηχτούλα, λιπόμαζα, Γιωργάρας, πεταλούδα, Ντένις Ρόντμαν, λιμενεργάτης, Μπαμπώ κι άλλα τέτοια) που με βάφτιζαν ανά καιρούς, νομίζω πως το πιο ταιριαστό για την ώρα θα ήταν "η φωτογράφος που κλαίει στις συναυλίες" (-σαμαλάκας, για να γίνει και πιο εθνικ).

   Γιατί έτσι; Και γιατί να ξεφτιλίζεις κάτι το οποίο σε γεμίζει αναμνήσεις, σε συγκινεί;
Απλούστατα επειδή είναι πολύ βολικό να νομίζεις ότι ένας δυνατός χαρακτήρας δεν έχει στιγμές ελεύθερης πτώσης. Κι όταν παραδέχεται ότι πονάει, είναι σαν το παραμύθι με το βοσκό και το λύκο: κανένας δεν τον πιστεύει, ούτε ενδιαφέρεται ν' ασχοληθεί. Οπότε καλύτερα να τα διακωμωδούμε όλα απ' την αρχή, να γλιτώνουμε χρόνο. (Γιατί σ' ένα απ' τα σπάνια ξεσπάσματά μου πριν φύγω απ' την Κρήτη, η αντίδραση ήταν "μα που πήγε ο δυναμισμός σου;!" Και δεν διατίθεμαι να το ξανακούσω, ευχαριστώ.)
   Σχεδόν επτά μήνες. Και κάθε μέρα που περνάει, καλή, πιεστική ή άσχημη, είναι αφορμή αυτομουτζώματος γιατί δεν κίνησα τα πόδια μου απ' το νησί μια ώρα αρχύτερα. Γιατί μέσα σ' αυτούς τους ρυθμούς τους αγχώδεις, στην αποξένωση, τα νεύρα, τις ανέλπιδες ευχές να 'χε η μέρα 148 ώρες, τη μιζέρια δίπλα μου, κάνω πράγματα που αγαπάω χωρίς να λείπει ποτέ το φαγητό απ' το τραπέζι μου. Τόσο απλά. Γιατί διαβάζω ξανά βιβλία, ακούω μουσικές, βλέπω θέατρο. Γιατί νιώθω καλά, επιτέλους ο εαυτός μου. Ένα μπάσταρδο κυνηγόσκυλο, που απέτυχε παταγωδώς να χωρέσει σε κουστούμι πεκινουά βιτρίνας επί τρία συναπτά έτη.

   Να φοβάσαι εκείνους που δεν έχουν την ανάγκη σου πια, κυρίως ηθικά και συναισθηματικά. Κι αν αποξενώνονται, είναι επειδή διακρίνουν πλέον το σχήμα σου χωρίς παραμορφωτικούς φακούς της πραγματικότητας. Και διατηρούν τις αποστάσεις.

   Τι ωραίο πράγμα η απόσταση! Τι εξιδανικευτικό!
Μέχρι πρότινος στεναχωριόμουν πραγματικά για λίγες σπάνιες ψυχές που γνώρισα κάτω, επειδή η μοίρα τους γέννησε σε λάθος τόπο για ν' αναδειχθούν, να λάμψουν, να γίνουν ευτυχισμένοι. Μικρό μέρος για μεγάλα μυαλά. Όμως ενηλικιώθηκα, αναγνωρίζοντας πως ο καθένας είναι απόλυτα υπεύθυνος για την πορεία του. Κι εκεί, στη στροφή, στο σημείο καμπής... Άρχισαν να με απογοητεύουν. Ένας ένας. Η επιδειξιομανία τους. Η βλαχοκατινιά τους στο να κρίνουν τις πορείες των άλλων. Η κρυψίνοιά τους. Οι ψευτομαγκιές, και οι μαχαιριές κάτω απ' το χαλί. Η κοντόφθαλμη οπτική την οποία αρνούνται να παραδεχτούν, για να κρύψουν τις ανασφάλειές τους. Θύτες και θύματα, επηρεαζόμενοι. Αρρώστησε η ψυχή μου. Σιχάθηκε.

    (Δεν το παίζω υπεράνω, γιατί πολύ απλά δεν θα γίνω ποτέ. Ούτε έχω κανένα δικαίωμα να σε κατηγορήσω. Όμως προσπαθώ να φτυαρίζω τα σκατά της δικής μου ζωής, όσο εσύ χάνεις χρόνο γλυκοκοιτάζοντας τη δική μου. Αυτή είναι η διαφορά μας...)

   Δεν θέλω να με καθοδηγεί κανένας μονόφθαλμος που αναδεικνύεται ανάμεσα σε τυφλούς. Ευτυχώς, συναντώ καθημερινά ανθρώπους πεφωτισμένους. Με ξάστερη ματιά, αστείρευτη μόρφωση και το ένα ενδέκατο του τουπέ που έβλεπα σε μερικά μουσούδια στο νησί. Σωστά πρότυπα, κι εναύσματα γι' αυτοκριτική.

Μπορώ να στα πω όλ' αυτά εξευγενισμένα, μ' ένα τόνο καθωσπρεπισμού, χρησιμοποιώντας εμπνευμένα τσιτάτα για να σ' εντυπωσιάσω. Μόνο που υπάρχει ένα προβληματάκι:
ΔΕΝ ΤΑ ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ.
Μπορείς να κρίνεις τις ζωές των υπολοίπων για να δικαιολογήσεις τα λάθη της δικής σου. Μόνο που υπάρχει ένα προβληματάκι:
ΔΕΝ ΤΙΣ ΕΧΕΙΣ ΖΗΣΕΙ.

   Θέλω να γυρίζω σ΄ένα σπίτι με χαρακτήρα. Παλάτι ή υπόγεια τρύπα, δεν με νοιάζει. Αρκεί να δίνουμε πνοή εκεί μέσα. Να με περιμένεις με μουσική, ένα ποτήρι ουίσκι κι ένα μισό χαμόγελο. Να πίνουμε αμίλητοι σε μια φλύαρη αγκαλιά. Να ενδιαφέρεσαι όντως να δεις φωτογραφίες μου απ' τη βραδιά, μόνο και μόνο για να χαρείς μαζί μου σε πέντε και να με σκυλοβρίσεις σε διακόσιες πέντε. Να είσαι αμείλικτος κριτής στα γραπτά μου, και να με κουτουλάς όταν δεν μπορώ να σταυρώσω λέξη. Να καταλαβαίνεις πόσο ανάγκη έχω το να δουλεύω τέτοιες ώρες, να σπαταλάς μια ώρα ύπνου για χάρη μου, ώστε να μας βρίσκουν τα πιο όμορφα ξημερώματα. Τότε θα σ' αγαπάω πιο πολύ.

   Κι αν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο μόνο για μια μέρα, τι να το κάνω;
   Κι αν δεν συμβαίνει καθόλου, γιατί να το ζήσω;...
   Ένα καλό κρεβάτι, όσο κι αν προσπαθήσει, δεν πρόκειται ποτέ ν' αντικαταστήσει έναν άνετο καναπέ με την αγκαλιά που προανέφερα. Οπότε γιατί ν' αναλώνομαι;

"Τι θα γίνει, θα πεις τίποτα ουσιαστικό ή θα συνεχίσεις να μιλάς χωρίς λόγο, για ν' ακούω τη φωνή σου;"

(Κάτι τέτοιες ώρες. Μ' εκείνους που ξέρουν πώς να σε βάλουν στη θέση σου, επειδή είναι ισάξιοι ή ανώτεροι πνευματικά. Αυτούς αγαπάω πιο πολύ. Τις ψευτομαγκιές και τις επιθέσεις με νεροπίστολα, τις δέχομαι με την στωικότητα του ανθρώπου που βρίσκεται ήδη σ' άλλο δρόμο.)

Θα προσπαθήσω λοιπόν.

Πόσες φορές χρησιμοποίησα παραπάνω, γραπτά ή έμμεσα, το ρήμα "θέλω;" Θέλω, ελπίζω, εύχομαι... Σκατά στα μούτρα μου. ΘΕΛΕ. Ποσώς σε απασχολεί, και καλά κάνεις. Παιδιάστικες επικλήσεις εγωιστικού πεντάχρονου. Εμένα μ' ενδιαφέρει κυρίως τί θέλεις ΕΣΥ.

Θέλεις μια γυναίκα ήρεμη, με σταθερό χαρακτήρα ώστε να γνωρίζεις που πατάς και με ποια ξυπνάς; Διαχειρίσιμη, με ελεγχόμενο παρορμητισμό; Χαριτωμένα ζηλιάρα, με γατίσια ανασφάλεια; Με ισορροπημένα νεύρα, ήπιους ρυθμούς καθημερινότητας και μπόλικο ελεύθερο χρόνο για τη φατσούλα σου; Που να σε εμπνέει να γίνεσαι δάσκαλος, μπαμπάς και προστάτης δίπλα της;
Αν αυτά ζητάς, πολύ καλά κάνεις. Είσαι λογικός άνθρωπος.
Αν καταλάθος χτυπήσεις την πόρτα μου, συγχαρητήρια. Το θυροτηλέφωνο έχει άμεση σύνδεση με την αποτυχία μας, για να μην χάνουμε χρόνο.

   Η μόνη πραγματική χρησιμότητα του θέλω, είναι μ' ένα "σε" μπροστά. Και το "σε θέλω, αλλά δεν σ' έχω ανάγκη" μπορεί να γίνει τρομακτικό κι υπέροχο ταυτόχρονα. Δυστυχώς για σένα, είναι η πραγματικότητα. Προχωράω χωρίς να σε περιμένω, πέφτω, στηρίζομαι στα πόδια μου, ονειρεύομαι, δουλεύω σαν το σκυλί για τα κάθε είδους ταξίδια μου. Στα 'χω πει καιρό τώρα και δεν μ' άκουγες: "Είτε είσαι μαζί μου είτε όχι, σε λυπάμαι προκαταβολικά".

Βαρέθηκα τις αναμονές. Θέλω το "εδώ" και το "τώρα". Θέλω εσένα, χωρίς να σε χρειάζομαι. Και θέλω ν' ΑΠΑΙΤΕΙΣ. Από σένα, από μένα, απ' τους πάντες και τα πάντα.
Μίσησα τις αποστάσεις. Μα κυρίως μίσησα τη λιποψυχιά όσων δεν μπορούν να τις υπερβούν.

Ίσως είναι το μόνο κείμενο που δεν πρόκειται να ξαναδιαβάσω για να "διορθώσω". Ογδόντα προχειρογραμμένες γραμμές για να περιγράψω μια φυγή. Ας είναι. Πρόκειται για την τελευταία, άλλωστε.

Έφυγα. Διπλοκλείδωσε, και μην με περιμένεις.

(Tο τραγούδι που έβαλα στην αρχή, είναι για μένα ένα ολοκληρωμένο θεατρικό μονόπρακτο σε δώδεκα λεπτά. Δεν θα μπω ποτέ στον κόπο να σου εξηγήσω, γιατί δεν θα καταλάβεις. Είναι η ζωή μου ολόκληρη... Κι ανήκει σ' εκείνον τον μαλάκα που συγκινήθηκε, όταν του είπα πως φαντάζομαι να το χορεύω με τον άνθρωπο που αγαπάω. Που μου μετέδωσε τις δικές του εικόνες ακούγοντάς το, και συγκινήθηκα εξίσου. Η ζωή μου ανήκει σ΄ ένα τυπάκι, που δεν θα μπορούσες ποτέ να είσαι εσύ. Κρίμα.)

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Θέλω

Μερικές φορές, το να ζεις σ' αυτή την πόλη είναι σαν να τραγουδάς με όλη σου τη δύναμη σ' ένα πλοίο στη μέση του πελάγους. Όσο κι αν προσπαθήσεις, δεν θ' ακουστείς ποτέ.
Πνίγομαι. Θέλω αέρα. Θέλω ήλιο. Θέλω ένα ταξίδι.
Με μαγεύουν τα φώτα της νύχτας. Θέλω να φωτογραφήσω εκφραστικά, σημαδεμένα πρόσωπα. Απόμερες γωνίες. Ψυχές ταλαιπωρημένες. Κινήσεις. Λάμψεις. Να τρομάξω και να με τρομάξουν.
Κι ας μην έχεις ποτέ την έγνοια μου, ας μην ανησυχείς που αργώ να γυρίσω σπίτι.

Μπορείς να καταλάβεις πώς σε αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος, απ' τον τρόπο που σε φωτογραφίζει. Το πάθος. Το θαυμασμό. Την απέχθεια. Την αδιαφορία. Όλα, μάτια μου...
Θέλω να με φωτογραφίσεις με τα δικά μου μάτια. Θέλω να σε απαθανατίσω ακόμη πιο όμορφο απ' ότι σ' έχουν καταγράψει τα καρέ του μυαλού μου. Το ωραιότερο πορτρέτο της ζωής μου είναι εκείνο που θα μπορέσει να περιγράψει την ιστορία μας. Και φυσικά, δεν υπάρχει ακόμη.

Αγαπάω τα χαμογελαστά παιδικά πρόσωπα. Τις νύχτες στο δρόμο. Τις κοφτές αναπνοές. Τα λουλούδια. Τα εφήμερα. Τους αθεράπευτα, βλακωδώς ρομαντικούς ανθρώπους.
Τέτοια είμαι και χειρότερη. Κι ας μην καταλάβεις ποτέ πως ένα λουλούδι είναι το ωραιότερο δώρο που μπορείς να μου προσφέρεις. Προσπάθησε να εντυπωσιάσεις με προπετάσματα καπνού όσους φοράνε νούμερο και σχέδιο στην αγάπη τους. Όσους υπολογίζουν τα δούναι με το σταγονόμετρο και τα λαβείν με τη μεζούρα. Δεν μπορεί, έτσι θα γίνεις ευτυχισμένος. Αρκεί στην πορεία να μην χαθείς στον εαυτό σου.

Αντιπαθής; Επικίνδυνη; Λίγο με νοιάζει. Φτάνει να διακρίνω ένα ξάστερο κομματάκι ουρανού σε βλέμματα που δεν σκέφτονται όπως εσύ.





Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Επικήδειος

Γιατί έτσι; Γιατί εδώ;...
Ανέκαθεν ζήλευα τους ανθρώπους που μπορούν να εκφράσουν αυτό που αισθάνονται λακωνικά, με λιτές, περιεκτικές κουβέντες. Εγώ νιώθω κάθε φορά πως κάνω περιφραστικούς κύκλους γύρω από ένα μαχαίρι που σμιλεύεται απ' το μέσα μου.

Γράψε ένα γράμμα!
Δεν θα καταλάβεις τα γράμματά μου. Αλλά κυρίως τις λέξεις που σχηματίζουν.

Έκανα μια καινούρια αρχή, παλεύοντας σε πολλά μέτωπα συγχρόνως. Δημιουργώ ενδιαφέροντα, ασχολίες, σχέσεις, συνδέσμους, πληγώνω, προχωράω, απογοητεύω, περνάω όμορφα... Μπορείς να μου αναγνωρίσεις τουλάχιστον ότι προσπαθώ, σε παρακαλώ.

Αλλάααα... Εκεί! Δεν μπορώ να βάλω προπύργιο τη λογική μου. Ακόμη.
Άτιμο πράγμα το τάιμινγκ. Όποιος επινόησε αυτή την εκδικητική λεξούλα πρέπει να τακτοποίησε πολλά βερεσέδια με τη μοίρα του. Αλλά ακόμη αναρωτιέμαι πότε θα ξεχρεώσω τα λάθη μου, για να τα πληρώνω έτσι.
Κάναμε πολλούς κύκλους, γύρω απ' τον εαυτό μας κυρίως. Κι εκεί που νόμιζα πως είμαι απλώς μια ανεκτή φιλική παρουσία στο περιβάλλον σου, δυο κινήσεις σου αρκούσαν για να με κάνουν λιώμα. Θρύψαλα.

Αγαπώ όλες εκείνες τις φορές που μ' έχεις κάνει να κλάψω. Από συγκίνηση, από χαρά, από απελπισία, αλλά ποτέ από δικό σου φταίξιμο. Ποτέ επειδή με απογοήτευσες.

Αγαπώ τις κλειστές, κλειδωμένες κινήσεις σου όταν πάω να σ' αγκαλιάσω, λες και φοβάσαι πως έρχεται ένας χείμαρρος καταπάνω σου. Κάτι καταλαβαίνεις, χωρίς να 'χεις δει τίποτα απολύτως.

Αγαπώ τις διαφορετικές αποχρώσεις που διακρίνω κάθε φορά στα μάτια σου. Την λάμψη τους, όταν μιλάς για πράγματα που σε γεμίζουν. Την κάθε μικρή ατέλεια στα χαρακτηριστικά σου.

Αγαπώ την περίεργα ρυθμική τονικότητα της φωνής σου. Τα σκαλοπάτια στις οκτάβες της, όταν είσαι εκνευρισμένος, χαρούμενος ή λυπημένος.

Αγαπώ τον τρόπο που με μαλώνεις. Τα πρωινά που έχω ξυπνήσει με τη γκρίνια σου κι αντί να θέλω να σε χαστουκίσω, σκέφτομαι ένα σωπαστικό φιλί.

Αγαπώ το περπάτημά σου. Λίγο κομπιαστικό, λίγο αδέξιο, λίγο κουρασμένο. Τη στιγμή που σε είδα ν' απομακρύνεσαι, ένα κύμα τρυφερότητας έσπασε μέσα μου την τελευταία κλωστή της λογικής και της αυτοσυγκράτησης που μπορεί να είχε απομείνει.

Αλλά κυρίως αγαπάω εσένα. ΕΣΕΝΑ, πανάθεμά σε.

Που μου έδειξες με κάθε τρόπο πως είσαι πιο δυνατός.
Που παρέδωσα τα σκήπτρα του εαυτού μου, και γονάτισα σ' ένα συναίσθημα που γέμισε την ψυχή μου με μικρούς ήλιους.

"Θέλω να φύγεις να σωθείς, να πάψεις να γκρινιάζεις..."
Σώθηκα, κι είμαι αυτόφωτη πια. Αλλά κάθε φορά που ακούω μια καλή σου κουβέντα, κάθε φορά που σε βλέπω να εγκλωβίζεσαι, λιώνω και θέλω να τυλίξω με τη θέρμη μου κάποια δικά σου μονοπάτια. Να γίνω λίγο απ' το φως σου.

Δεν ξέρω αν μπορείς. Δεν ξέρω αν αντέχεις.
Αλλά σε θέλω εδώ, χαρά μου. ΕΔΩ. Και πονάω.

Ένα σπιτάκι που θα εμπνέει ακόμα περισσότερη ζεστασιά από εκείνη που ένιωσα στο δικό σου. Με βαριά βιβλία των σχολών μας στα ράφια της βιβλιοθήκης και διασκορπισμένα στο χώρο τα "κοινά" μας. Μ' ένα μικρό δωμάτιο - στούντιο, που θα βάφω κάθε φορά αναλόγως τα κέφια μας. Κι όταν με πειράζεις για τις μπογιές στα χέρια μου, θα σε απειλώ πως θα βάψω το γραφείο σου ροζ όταν κοιμάσαι. Με δήθεν δολοφονικά βλέμματα μέσα απ' την μπαλκονόπορτα (σιγά μην μ' αφήνεις να καπνίζω), ενώ απλώς θα σε παρατηρώ μέχρι ν' αποκοιμηθείς.
Χωρίς να εξατμίζεται το άρωμά μου από εκεί, γαμώτο...

Κοκτέιλ στα στενάκια πίσω απ' την Ηρώδου Αττικού. Μια βραδινή βόλτα με τ' αμάξι ως τη Βουλιαγμένη. Στάση για βρώμικο στη Μιχαλακοπούλου μετά το θέατρο, όπου θα παραπονιέσαι γιατί τρώω άτσαλα και σε παρασύρω.
(Ποιός ο λόγος να φωτογραφίζω ή να σχολιάζω παραστάσεις για ένα περιοδικό, για ξένα μάτια, όταν το μόνο που θέλω είναι να τις παρακολουθώ μαζί σου;)

Μια δική μας Κυριακή με τις μηχανές στον ήλιο, όπως άλλες τόσες, αλλά σε διαφορετικά τοπία. Και χλωμά, μουντά πρωινά, όπου θα παρατηρώ τα μάγουλά σου να ροδίζουν σ' ένα κουρασμένο πρόσωπο. Να γίνεται η καθημερινότητά μου Κυριακές, με μια κούπα καφέ κι ένα αχνιστό πρωινό μπροστά σου.

"Πως νιώθουμε παράφορα... Πως ζούμε έτσι αδιάφορα..."
Ξέρεις πολύ καλά πόσο σκληρός άνθρωπος μπορώ να γίνω. Μόνο που δεν μ' έχεις δει ποτέ να παλεύω.
Ξέρω πως βαυκαλίζομαι με υποθετικά, ανέφικτα σενάρια. Πως ο ρομαντισμός μου είναι μια μικρή ρωγμή στο τείχος.
Εύχομαι να βρεις μια γυναίκα που να της ταιριάζει καλύτερα το άρωμά μου. Να το θυμάσαι, για να της το κάνεις δώρο και να την βολτάρεις ευτυχισμένος. Περήφανος για 'κείνη.
Εύχομαι να βρω έναν άνθρωπο που ίσως μοιάζουμε περισσότερο. Κυρίως σε όσα θέλουμε, και στην μαχητικότητα για να τα πετύχουμε.  Και δεν έχω αυταπάτες ότι δεν θα βρεθεί. Άντρας, άντρες... Έχει σημασία;

Ως τότε...

Δεν υπάρχει τίποτα πιο έντονο, πιο βασανιστικό, πιο υπέροχο απ' τη δύναμη του "τώρα". Απ' ό,τι μας κάνει να ονειρευόμαστε στο παρόν και να φτιάχνουμε αναμνήσεις για το μέλλον.

https://youtu.be/le3iizj-cqw
















Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Συντομογραφίες

Είναι πολύ αργά. Και είμαι κουρασμένη.
Νύσταξα να περιμένω τα πλοία των ονείρων μου σε δυσπρόσιτα λιμάνια. Κι όσο περνούσαν οι στιγμές, οι μήνες, τα χρόνια, τα καλάθια των προσδοκιών που ήθελα να φιλέψω βάραιναν και τυλίγονταν γύρω απ' τα χέρια μου σαν αλυσίδες.

Είναι πολύ αργά. Για ν' αλλάξω τρόπο σκέψης, έκφρασης, να γίνω η μελωδία που αντηχεί πιο ρυθμικά στις απαιτήσεις σου. Δεν με νοιάζει πια αν θα με καταλάβεις, αν θα νιώσεις τα λεγόμενά μου. Βαρέθηκα να παίζω μουσική σε ξεκούρδιστη μπάντα. Κλειδί και μετρονόμος η ισορροπία της "τρέλας" μου, όχι αν θα γίνω σεβαστό όργανο στα χέρια σου.

Είναι πολύ αργά. Για να πάψω να στολίζω την ψυχή μου με γιορντάνια, και να την ξεπουλάω μισοτιμής σε επιτήδειους πλανόδιους της ελπίδας. Ρούχα που γίνονται ένα με το δέρμα. Κι όταν ζαρώνω μισόγυμνη σαν την κάμπια στη γωνιά μου, όταν πιπιλίζω λάθη, τα φτερά που φυτρώνουν στην πλάτη μου γίνονται όλο και πιο σκληρά. Καμία αχτίδα φωτός δεν μπορεί να κρύψει τα χρωματιστά αγκάθια τους.

Είναι πολύ αργά. Δεν χάραξε ακόμη, κι εσύ μου είπες πως γουστάρω να παραμυθιάζομαι.
Τα παραμύθια έχουν στάχτες απ' το τέλος που δίνω εγώ, αγάπη μου. Δική μου η φωτιά, δικά μου και τα σημάδια. Κι ας σεβάστηκα εκείνους που με χαστούκιζαν. Κι ας αδίκησα κάμποσους που τόλμησαν να με χαιδέψουν. Άνισες μάχες. Δεν ζήτησα το πόθεν έσχες απ το χαρμάνι που τράβηξα ηδονικά ως την τελευταία τζούρα. Κι ας έφτασε ως το λαιμό η καύτρα του κάθε τσιγάρου μου. Ακρογωνιαίοι λίθοι, κάτι χαμόγελα που σκόρπιζαν πολύτιμα πετράδια. Μια μηχανή κι ένα στυλό στα χέρια για όπλα. Και δεν έμαθα να χρησιμοποιώ καλά κανένα απ' τα δύο.

Φτάνει που μπορώ, στα έγκατα των σπηλαίων, ν' ανασύρω ακόμη μια μυρωδιά γιασεμιού.
Φτάνει που ένας συννεφιασμένος, ροζ, μολυσμένος ουρανός μοιάζει ακόμη ρομαντικός.
Φτάνει που ακόμη γελάω εύκολα με την καρδιά μου.

Ποιός σου είπε πως τρέμω για την αποδοχή σου;
Ποιος σου είπε πως ικετεύω να μ' αγαπήσεις;...
Δεν υπάρχουν πια πέπλα συμβιβασμού. Ούτε αμυχές φόβου στη φωνή.
Δεν υποκύπτω σε τίποτα λιγότερο απ' αυτό που μου ανήκει δικαιωματικά.

Μυαλό σκάρτο, σώμα ταλαιπωρημένο, μια καρδιά που φωνάζει "φυγή"... Αυτό θα έχεις. Πάρτο και καν' το ό,τι θέλεις. Αγκάλιασέ το. Διέλυσέ το. Ίσως είσαι αιθεροβάμων. Ίσως πιστεύεις πως οι πεταλούδες έχουν δύναμη να γκρεμίσουν ολόκληρες γέφυρες.

Βαυκαλισμός; Ροζ συννεφάκι;
Εκεί θέλω να ζω. Κι αν σε πειράζει, μαντεύεις πού ακριβώς σε γράφω. Μπορώ να δω το ειρωνικό σου μειδίαμα. Αλλά ξέρεις πως, όταν χρειάζεται, διαθέτω κι απ' αυτά.

Είναι αργά. Και είμαι κουρασμένη...
Είναι αργά. Και είμαι ευτυχισμένη.


Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια, παρά μόνο στους εφιάλτες μας

   Κορίτσι μου υπέροχο. Γυναίκα μου αγαπημένη.
Έχουμε μιλήσει συχνά για δήθεν ανωτερότητες, για τυφλούς ανταγωνισμούς, για μάχες, για πάθη, για δράματα, κι έχουμε στήσει πρόχειρα καταφύγια κατινιάς και γενίκευσης στις σχέσεις μας με το αντίθετο φύλο. Έχουμε μετανιώσει οικτρά για μεθυσμένα μηνύματα, για ψεύτικες υποσχέσεις, για πράξεις που δεν μας τιμούν.
   Μήπως ήρθε η ώρα για λίγη αυτοκριτική; Τι λες;

   "Μα που χάθηκαν οι άντρες πια;" λέει με ανήσυχο βλέμμα πετροπέρδικας η Σούλα απ' τους κάτω Ζουρμιέδες και στρώνει φιλήδονα την μπούκλα της περμανάντ. Ασχέτως αν την εικόνα που έχει στο μυαλό της για τους "πραγματικούς" άντρες, κάτι άβουλα γοριλοειδή δίποδα που ρίχνουν το μπινελικάκι και το χαστουκάκι όταν "το ζητά η περίσταση", δεν θα την άντεχε ούτε για τρία μερόνυχτα.

   Οι άντρες δεν πήγαν πουθενά κοπελάρες μου. Τους ευνουχίζουμε με την υποκριτική μας τελειότητα, τους πληρωμένους εγωισμούς μας. Τους ρίχνουμε στην αρένα της αυταπόδειξης, με νιαουρίσματα κι επικλήσεις για να μας προστατέψουν. Μπλέξαμε την ισότητα με την ομοιότητα και τη σωματική δύναμη μ' ένα πανούργο μυαλό. Κι όταν προσπαθούν ν' αναπνεύσουν, να βγουν απ' το δίχτυ της δήθεν ανωτερότητας που τους επιβάλλει η ανασφάλειά μας, το παίζουμε πληγωμένες πεταλουδίτσες και κλαψουρίζουμε για μοίρες, μούρες και γουρούνια.
Σαν δεν ντρεπόμαστε λιγάκι, λέω εγώ.

Ζούμε σε μια εποχή όπου κατακρεουργεί κάθε συναισθηματικό δεσμό. Που καθιστά τον έρωτα αναλώσιμο προιόν με ημερομηνία λήξεως κι έχουμε την απαίτηση να βλέπουμε κάθε υλικό του γραμμένο στο καρτελάκι του σελοφάν. Τα ξέρεις και τα ξέρω όλ' αυτά.

Κι όμως, άντρες υπάρχουν. Και η ηλικία της ψυχής τους δεν καθορίζεται απ' την βιολογική τους. Μην πιπιλίζετε δικαιολογίες από φόβο μην σας χαλάσει το παραμυθάκι. Κι είναι πλάσματα σπάνια. Και το θάρρος, η "ανδρεία" τους, δεν καθορίζεται (προφανώς) απ' τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις. Αν είσαι τυχερή, θα τους συναντήσεις στην πορεία σου ως έρωτες. Αν η τύχη σου χαμογελάσει λιγάκι παραπάνω, ως φίλους.

Σιγά μωρή, πώς μιλάς με τόση βεβαιότητα; Εσύ δεν έπαθες;...

 Έχω μισήσει "άντρα" τον οποίο λάτρευα, επειδή μετά από χρόνια μου έδειξε τον πραγματικό του εαυτό.
 Έχω λυπηθεί "άντρα" στον οποίο θα έπρεπε να επιτεθώ, επειδή κατάλαβα πως ήμουν ένα ασήμαντο κόκκινο πανί στον κύκλο της παράνοιάς του.
  Έχω απορρίψει "άντρα" που θεωρούσα αδερφικό φίλο, επειδή δεν μπόρεσε ποτέ να ορθώσει το δίμετρο ανάστημά του για να ψιθυρίσει πέντε αλήθειες στο αυτί μου.

Κι έμαθα να εκτιμώ. Εκείνους τους άντρες τους πραγματικούς, που δεν φοβήθηκαν να πιουν το ποτήρι μονοκοπανιά και να μεθύσουν στ' όνομα του κάθε συναισθήματος που ένιωσαν, μόνο για να χαρίσουν ένα λαμπερό βλέμμα. Που δεν κουκούλωσαν πρόχειρα τ' απομεινάρια ενός δύσκολου έρωτα με ό,τι ψεύτικες παρηγοριές βρήκαν μπροστά τους, μόνο για να κερδίσουν μια ζεστή νύχτα χωρίς εφιάλτες. Που έμαθαν να συγχωρούν, χωρίς ν' αυτοπροβάλλονται.

Πόσο τ' αγαπώ αυτά τα πλάσματα! Με μαγνητίζει η παρουσία τους. Με μελώνει το βλέμμα τους.

   Για ένα βράδυ του Γενάρη, που ο μετέπειτα καλύτερός μου φίλος ήρθε να συμπαρασταθεί στην άρρωστη, με τύλιξε με δυο ζεστές μπλούζες και μου μίλησε πρώτη φορά για την μεγάλη του αγάπη, κι όσα άκουγα μου ανέβαζαν την πίεση και τον πυρετό μαζί.
   Για όλες εκείνες τις στιγμές που νιώθω πως κάποιος με σκεπάζει στον ύπνο μου.
   Για εκείνες τις φορές που η φυσική ευγένεια και το ήθος κάποιου έφεραν τον έρωτά μου ακάλεστο στη γιορτή.
   Γι' αυτά τα βράδια που έγιναν ξημερώματα, με κουβέντες που με μαγεύει η αλήθεια τους. Όταν κάθε λέξη καίει το λαιμό μου σαν δυνατό ουίσκι και με μεθά.

Για όλους εκείνους τους Άντρες που αντικρίσαμε κάποτε σαν εκστατικά τοπία. Και τους σεβαστήκαμε, με το δέος που σου προκαλεί ένα επιβλητικό ηλιοβασίλεμα.
Στην υγειά τους λοιπόν. Κι αφήστε τις χαζοανωτερότητες του συρμού. Να τους αγαπάτε τους άντρες σας. Να τους φροντίζετε, να τους κανακεύετε και να περιφρουρείτε την ελευθερία τους. Να τους προσέχετε.
Κι όσο υπάρχουν τέτοια ξημερώματα, δεν έχουμε λόγο να φοβόμαστε τίποτα. :)

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Σεμινάρια αυτοκριτικής, αγαπητό ημερολόγιο

    Τις τελευταίες μέρες έχω χάσει εντελώς την αίσθηση του χρόνου, δεν ξεκουράζομαι όσες ώρες κι αν κοιμηθώ. Βάφομαι μόνο τις μέρες που θα βγω μια βόλτα, τις μέρες που θα σε δω. Οι κινήσεις μου είναι σχεδόν μηχανικές, απεχθάνομαι τη σπατάλη χρόνου σε ανούσια πράγματα.
     Άλλαξαν διάφορα το τελευταίο τρίμηνο, θα μου πεις. Είναι ευθύνη κι ελευθερία να μη μπορεί κανένας να σου δείξει την πόρτα της εξόδου στη δουλειά σου. Eπανήλθα σε παλαιότερους ρυθμούς. Ξεκίνησα στη σχολή που έπρεπε. Αγόρασα πέντε πραγματάκια που μου έλειπαν. Πάχυνα. "Καλοζωίστηκα". 
    Είχα ξεχάσει πόσο διαφορετική αίσθηση έχει στο δέρμα σου ένα καλοσιδερωμένο σεντόνι. Το ακουστικό κολλημένο στο αυτί, μεταδίδει τα μαγικά κύματα της φωνής σου. Και η δική μου σβήνει απ' την κούραση, δεν έχω καν τη διάθεση να ξεντυθώ. Τραβάω το πάπλωμα πάνω απ' το κεφάλι. Φαρδύ μαλακό πουλόβερ, μάλλινες γκέτες και καλσόν με αστεράκια. 
Η "υπέροχη γυναίκα" σου. Ένα ερείπιο με γκλίτερ.
Που αποφάσισε στα γεράματα να τη δει το-πρωί-γόβα-σακάκι-και-το-βράδυ-καβαλάω-στύλους-και-μαύρη-kawasaki. Καλά περνάω. Μ' αρέσει. ;)
   '"Eχεις δύναμη στα χέρια και σε βοηθάει πάρα πολύ" λέει η Λίλα στο pole και τρέφω ελπίδες πως μια μέρα θα χορεύω αξιοπρεπώς το "Angel" των Massive Attack χωρίς ανάποδα κουτουλίδια στο πάτωμα και καταμέτρηση μελανιάς, γέλιου και κατσαρίδας στις γωνίες. To μόνο προβληματάκι είναι πως μερικές φορές θυμάμαι ΠΩΣ απέκτησα δύναμη στα χέρια. Και δεν τα αναγνωρίζω ούτε η ίδια.

   Τα θυμάμαι με μελανιές από πάγο, κοψίματα και καμένα από τα καθαριστικά. Με εύθραυστα, κοντοκομμένα νύχια και τόσο ταλαιπωρημένα που είχα χάσει την αίσθηση της αφής στ' ακροδάχτυλα. Αυτά που εσύ λες "αρχοντικά".
   Θυμάμαι ένα ζευγάρι πόδια που μετά βίας θ' αποκαλούσες γυναικεία. Με φτέρνες - γυαλόχαρτο και πληγές απ' τα παπούτσια στο περπάτημα.
   Ακόμη και τώρα, κάποιες στιγμές είναι πιο επώδυνα καρέ στο μυαλό μου από άλλα, σοβαρότερα γεγονότα του παρελθόντος. Οι σκιές που βλέπεις στα μάτια μου όταν αφαιρούμαι. Δεν ξέρω γιατί. Δεν ξέρω πώς γίνεται.

   'Ημουν εγώ;
   Που συμβιβαζόμουν σε μια αρρωστημένη κατάσταση, σ' ένα τοπίο που δεν μου ταίριαζε ούτε στο ελάχιστο, κι έκλαιγα πίσω από κλειδωμένα μπανάκια αντί να ρίξω δυο φάσκελα και να εξαφανιστώ;
   Που δούλευα αμέτρητες ώρες σε μια ξένη δουλειά, αντί να παλεύω τη δική μου, μόνο από πείσμα πως κάποτε μπορεί να εκτιμηθεί ο κόπος μου;
   Που αντί να παλέψω να τα βρω με τη Ζέτα, κυνήγησα την ευτυχία μου σε "σωτήρες" του συρμού;
  Δεν μπορεί. Ήμουν η ίδια γυναίκα;... Τόσο μαλακισμένη πια;!

Ποτέ δεν στάθηκα στην ουρά για να διεκδικήσω φωτοστέφανο. Ούτε κατηγορώ κανέναν για την κατάντια μου, μόνο εμένα μουτζώνω πότε πότε.
   Όλοι μας σκαρφαλώσαμε κάποια στιγμή σε μια αφράτη πλατούλα για να ατενίζουμε λίγο καλύτερα τη θέα του κόσμου. Είτε από πόνο, είτε από συνήθεια, είτε από απελπισία. Θύματα και θύτες, σε πλήρη εναλλαγή.
Έχω σταματήσει να παιδεύω χρόνια το μυαλουδάκι μου για τις παράπλευρες απώλειες. "Ανεξήγητες" εξαφανίσεις ανθρώπων από δίπλα σου. Απλοί συνεπιβάτες είμαστε. Προσωρινοί. Κι αν κάπως παρέκκλιναν οι δρόμοι μας στην πορεία, μάλλον γιατί ήταν διαφορετικοί εξαρχής, κρατάμε μια καλή ανάμνηση κι ένα ευχαριστώ.

   Ξέρεις ποιό είναι το πρόβλημα;
Τα συναισθήματά μου μερικές φορές ήταν σαν τα καλά μου ρούχα. Τα φορούσα συνεχώς, ακόμη κι όταν δεν χρειαζόταν, δεν τα έβγαζα από πάνω μου ούτε στο κρεβάτι για να μην κρυώνω. Κοιμόμουν με ιδέες-φυλαχτά, και ξυπνούσα με ψεύτικες ελπίδες σε τσαλακωμένα σεντόνια. Και τα ρούχα μου πάλιωναν, φθείρονταν πριν την ώρα τους. Είναι πολύ πιο δύσκολο να πετάξεις ένα κουρέλι, όταν έχει γίνει ένα με το δέρμα σου...

   Ωχ μωρέ... Τι πιάνεις και ανασκαλίζεις; Ό,τι έγινε έγινε, πάθαμε και μάθαμε, κι άλλα σαρανταοκτώ εκατομμύρια κλισέ που μπορώ να σου αραδιάσω για να ταιριάζουν στην περίπτωση.
   Τα τελευταία χρόνια ήταν ένα λάθος. Ένα λάθος που, όσο διορθώνω, ακόμη και μικρές κινησούλες αρκούν για να συνειδητοποιήσω πόσο μεγάλο ήταν. Έχω κατεβάσει όμως το ποτήρι μονοκοπανιά. Στην υγεια μας. Και γελάω πια.
   Τότε γιατί τα λες;
Αυτή τη στιγμή μιλάω τόσο σε σένα όσο και στον εαυτό μου. Η γραπτή εικόνα με βοηθά πολύ να βάλω τα πράγματα σε μια τάξη. Αλλά κυρίως θέλω να έχεις μια ξεκάθαρη εικόνα. Να σε προφυλάξω από πιθανές "ανεξήγητες" σπασμωδικές αντιδράσεις. Ξέρω ότι μπορείς να καταλάβεις σε πλήρη διάσταση το τί ακριβώς έχεις απέναντί σου. Κι αυτό θα βλέπεις. Χωρίς ανασφάλειες κι υπεκφυγές. Εκνευρίζομαι και μόνο στη σκέψη πως κάποτε κρατούσα κομμάτια μου κλειδωμένα, από φόβο ή ντροπή, σε παντελώς ανάξιους κριτές.

    Ούτως ή άλλως, ποτέ δεν έδειξες πως δεν αντέχεις τις σκοτεινές ζώνες μου.
Ίσως γι' αυτό νιώθω πως μαζί σου η ψυχή μου φοράει μόνο τα Κυριακάτικα, τα γιορτινά της ρούχα και σεργιανίζει σε τοπία που σε εμπνέουν κι άφθαρτα όνειρα.

    Είναι δύσκολο να συνυπάρχεις μ' έναν καλομαθημένο άνθρωπο. Ειδικά όταν, για έναν διάστημα, το είχε ξεχάσει κι ο ίδιος ότι είναι καλομαθημένος. Κερδίζει την προσαρμοστικότητα, δε λέω. Αλλά χάνει βασικές αξίες.
    Κι αν λάμπω στα μάτια σου, είναι επειδή μου θύμισες πως δεν πρόκειται να ξαναφορέσω διαλυμένα κουρέλια. Μου θύμισες ένα βελούδινο μπερέ με τριαντάφυλλα, που από πείσμα του Χρηστάρα μου περιμέναμε δυο ώρες σ' ένα μαγαζί στο Λονδίνο για να τον αποκτήσω, να ταιριάζει με το φόρεμά μου.
   Είναι δύσκολο να εντυπωσιάσεις μια γυναίκα χορτασμένη από αγάπη απ' τα μικράτα της.
Δεν συγκινείται με επιτηδευμένες, μεγαλειώδες, προσχεδιασμένες κινήσεις ή βαρβάτα δώρα. Ίσως τα έχει σιχαθεί κιόλας. Kερδίζεις την καρδιά της, κάθε στιγμή που λες και πράττεις αυτό ακριβώς που σκέφτεσαι. Όταν, για παράδειγμα, περνάς δυο ώρες στο δρόμο για να της κάνεις έκπληξη ένα φιλί :)
   

Και τι φταις να τα τραβάς ολ' αυτά ρε γαμώτο;...
Στο είπα και τις προάλλες. Είν' ευλογία να έχεις αγαπήσει έναν άνθρωπο, πολύ πριν γίνετε ζευγάρι.
Κι ό,τι κι αν συμβεί, αυτό είναι ένα φυλαχτό που θα κρατήσω.
Καλά να πάθεις! :)

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Όσο κρατάει ένα τσιγάρο

Ξύλινες βιβλιοθήκες. Ένα πορτατίφ σε σχήμα καραβιού με υπογάλαζο φως.
Κουλουριασμένη ανάποδα στο κρεβάτι, μπροστά σ' ένα πήλινο τασάκι με ζωγραφιστούς ήλιους.

"Έχεις καλή πένα"
Όχι μωρό μου, έχω μόνο καλά μάτια και αυτιά. Όλες οι αισθήσεις σε πλήρη εγρήγορση, για να μαντέψω εικόνες που δεν ζω, από κάθε ανεπαίσθητη αλλαγή στον τόνο της φωνής σου. Κάθε κόμπιασμα.

Ο ρυθμός της αναπνοής σου είναι η μουσική μου.
Και κάθε μουσική που δημιουργείς, ελευθερία μου.

Πρώτη φορά που δεν νιώθω την ανάγκη να ταμπελοποιήσω τα συναισθήματά μου κάτω από βαρύγδουπες εκφράσεις. Ούτε περιμένω την επιβεβαίωση απ' τα δικά σου χείλη.
"Είσαι εντελώς ερωτεύσιμος άνθρωπος". Και δυο μάτια που γελάνε πιο λαμπερά κι απ' το χαμόγελο που φιλάω με καμάρι.
Είναι δυνατόν να μην μου αρκoύν; Πόσες αμφιβολίες μπορεί να χωρέσει το μυαλό μου -για το αν μου αξίζει να νιώθω τόσο μεθυστικά ελεύθερη, τόσο παιδιάστικα ευτυχισμένη;

Το κλειδί της ευτυχίας μου, η ισορροπία σου. Λουριά που κρατούν, χωρίς να σφίγγουν. Λόγια- βάλσαμο στη σωστή δόση, για να μελώνουν χωρίς να λιγώνουν την καρδιά απ' το σιρόπι.
Ακόμη και η υγιής "κτητικότητά" σου, σε οποιονδήποτε άλλο θα μ' έκανε να σηκώσω παντιέρα. Και τώρα η μόνη αντίδραση που μου βγαίνει είναι να σ' αρπάξω στα χέρια μου και να γίνει η αγκαλιά μου μέγκενη.
Και μη χειρότερα...

Και ποιό είναι το κλειδί της ευτυχίας τελικά;
Ένα κράνος μηχανής στη γωνία του δωματίου, που περιμένει υπομονετικά την επόμενη φορά που θα πάρει αέρα. Ένα δανεικό μπουφάν στους ώμους. Ένα γέλιο. Μια κουβέντα. Ελπίδα. Ένα φιλί στο λαιμό. Προσμονή. Το τελευταίο τσιγάρο της μέρας μου, μαζί.
 Ηρεμιστικό, διέγερση κι όνειρο συγχρόνως.
Μαζί σου παίρνει επιτέλους αέρα η ψυχή μου.

Υπήρξες αφορμή για κάμποσα κείμενα που έγραφα παλαιότερα. Είσαι πολλά απ' όσα με ενέπνεαν να μιλάω για πρότυπα. Μα κυρίως είσαι έμπνευση για να δημιουργώ καινούρια. Όμορφα. Κι όχι μόνο "στο χαρτί".

Στο τελευταίο τσιγάρο λοιπόν. Στα χρώματα που δίνεις στα ξενύχτια μου. Στην κάθε μικρή, μοναδική στιγμούλα που εκτιμώ διπλά επειδή είναι δική μας. Στα όνειρα που ανταμώνουμε ο ένας τον άλλο κάθε βράδυ, ακόμη κι όταν μας βρίσκει σε χωριστά κρεβάτια. Στη φωνή σου. Στη φλόγα σου.
Για όσο. Κι όπως. Κι ας καώ.

Φωτιά μου :)







Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Χωρίς (περιττό) τίτλο

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014.

    "Να ψάχνεις ανθρώπους δίπλα σου που σε εμπνέουν, όπως ο αγαπημένος σου καλλιτέχνης όταν ήσουν δεκαπέντε. Εκείνους που σε κάνουν να ξενυχτάς με τον τόνο της φωνής τους, ν' αποζητάς κάθε βλέμμα σαν σιωπηρή κουβέντα και θείο δώρο, που σε προκαλούν να σπας τα κιγκλιδώματα και τις άμυνες για να βρεθείς κοντά τους. Πιστός ακροατής στη μουσική των χειλιών τους, χειροκροτητής στα έργα τους, θαυμαστής στην ομορφιά της εικόνας τους. Να ψάχνεις ανθρώπους που σου προκαλούν δέος και σε αναγκάζουν να ονειρεύεσαι χωρίς να σκέφτεσαι."

    Σχεδόν τρία χρόνια αφότου σε γνώρισα, ήσουν η αιτία για να γράφω τέτοιες προτασούλες εδώ.
Και τώρα τι θα μπορούσες να είσαι; Κείμενο; Ποίημα; Δίστιχο;
Αν ήσουν μουσική πάντως, είσαι κάθε τραγούδι που μου έστελνες κι εδραιωνόταν αυτομάτως στη μνήμη τη δική μου και του κινητού μου. Άλλες στιγμές τα σιγοτραγουδούσα ώσπου να λιώσουν τα ηχειάκια των ακουστικών, άλλες δεν άντεχα ούτε να τα βλέπω στην playlist, κι άλλες τ' άκουγα με την μαζοχιστική δειλία που δοκιμάζεις ένα πυρωμένο σίδερο στο σώμα σου για να δεις αν πονάει.

    Απωθημένο λοιπόν; Κύκλος;
Δεν υπάρχουν επιστροφές μεταξύ μας, παρά μόνο νέες ευθείες. Το είπες κι εσύ ο ίδιος, αλλά κυρίως το αποδεικνύεις καθημερινά. Άλλος ένας λόγος που σκαρφαλώνεις με περίσσεια άνεση τα σκαλοπάτια της εκτίμησής μου.

    Ξέρω πως κάποιες συμπεριφορές σε κουράζουν. Πως δεν ψάχνεις καταφύγια και φωλιές. Τα μάτια μου αντιλαμβάνονται πολύ περισσότερα απ' όσα θα 'θελες να βλέπω. Μου προσάπτεις εσωστρέφεια, όμως προσαρμόζεσαι σ΄αυτή. Κανείς απ' τους δυο μας δεν ξέρει πού ακριβώς έμπλεξε.
Μπλέξαμε. Και πολύ το γουστάρω.

   Γουστάρω τον τόνο της φωνής σου, που με ηρεμεί σε κλάσματα δευτερολέπτου ακόμη και μετά από μια πολύ δύσκολη μέρα. Κι ακόμη περισσότερο γουστάρω τις σιωπές σου. Αυτές τις αναπνοές που όσο προσπαθώ ν' αποκρυπτογραφήσω, γεμίζουν με αέρα τα δικά μου πνευμόνια.

   Γουστάρω που δυσκολεύομαι ν' αποφασίσω τι με καυλώνει περισσότερο: τα λεγόμενά σου, η αντίληψή σου για τον κόσμο ή το γέλιο σου;

   Γουστάρω την υπομονή σου, την δύναμη που διαθέτεις για να μου υποδείξεις πως είμαι ικανή για όλα. Χωρίς "ντάντεμα" πια, χωρίς να προσπαθείς να με βοηθήσεις με δανεικά φτερά.

   Γουστάρω την προστατευτικότητά σου, που συγκρατείται από ένα αόρατο δίχτυ σεβασμού ώστε να μην υπερβεί τα όρια κι αρχίσω να κλωτσάω. Συγγνώμη για τις αντιδράσεις μου, ίσως κάποιες φορές να μην καταφέρω να κρύψω ένα νευρικό χαμόγελο. Είναι επειδή δεν έχω συνηθίσει, οι μέχρι πρότινος ερωτικές επιλογές μου στην διάθεση "θέλω να καθαρίσω για πάρτη σου" μάλλον θα 'πιαναν το ακουαφόρτε για να τρίψουν τ' άλατα στο μπάνιο. Όχι ότι μου φταίει κανείς βέβαια. Εγώ δεν ήμουν η ίδια.

  Με φώναζες "μπέμπα" κάποτε και μούδιαζα. Και τώρα, στο άκουσμα του "γυναικάρα μου", σιγολιώνω περήφανη. Και γουστάρω που λαμβάνεις τοις μετρητοίς την παρότρυνσή μου να μη μου χαρίζεσαι, να μην με λυπηθείς.

"Μάλλον δεν είχες ποτέ έναν άντρα δίπλα σου"
Γουστάρω το ότι πολλές φορές είσαι η φωνή των σκέψεών μου. Η ουσία όμως είναι πως ποτέ δεν ήμουν μ' έναν άνθρωπο σαν εσένα. Και, δυστυχώς για τη δική σου περίπτωση, αυτό ισχύει κι αμφιπλεύρως.

   Έπρεπε να βουτήξω σε πολλά ποταμάκια και βούρκους επιλογών, για να με φέρει το ρεύμα στην πόρτα σου και να με αντικρίσεις επιτέλους γυμνή. Χωρίς αναστολές, υπεκφυγές, χωρίς "πρέπει" και "μη". Με τα βλέμματά μας στραμμένα στην ίδια ευθεία. Ξέρεις μόνο τι φοβάμαι πια;
Τη μέρα που θα ξυπνήσω χωρίς διάθεση να παλέψω για το καλύτερο, για τους ανθρώπους μου, για μένα, για σένα, για μας, για όλα.
Τη μέρα που θα κάψω την αυτοσυγκράτησή μου σ' ένα λόφο κουρελιασμένων ανασφαλειών, θα ετοιμάσω βαλίτσα, θα σ' αρπάξω απ' το χέρι και θα φύγουμε. Για όπου κι όσο μας βγάλει. Με γοητεύει όσο και με τρομάζει εκείνο το πρωινό.

Τι σημαίνει γοητευτικός άραγε; Ανέκαθεν πίστευα πως δίνεις μια μοναδική έννοια σ' αυτόν τον ορισμό. Μήπως είναι απλώς το ελεύθερο πνεύμα ενός υπέροχου ανθρώπου;

Ερωτευμένη;
Βαρέθηκα τις μαγικές λεξούλες μωρό μου, εκείνες που προσπαθούν να καλύψουν τις συναισθηματικές μας ανάγκες με πρόχειρα καταφύγια. Πιο εύκολα θα δεις κάτι τέτοιο στην πράξη, παρά θα τ' ακούσεις απ' τα χείλη μου. Εκεί είναι το νόημα. Σε μια τόσο δα στιγμούλα.
Ένα ηλιόλουστο Κυριακάτικο μεσημέρι ανάμεσα στα δέντρα, που σε χαζεύω απ' το τζάμι και νομίζω πως ο ήλιος ο άτιμος ανατέλλει στο μέτωπό σου. Οι φλόγες του με πυρώνουν, τυφλώνομαι απ' το φως, αναγκάζομαι να χαμηλώσω το βλέμμα.
"Όταν με κοιτάς και διασταυρώνονται οι ματιές μας, δεν θα γυρνάς αλλού να μας το παίζεις αδιάφορη. Ακούς;"
Ακούω τα πάντα και νιώθω ακόμη περισσότερα. Δεν χωράνε παιχνιδάκια μεταξύ μας πια, η ημιτελής παρτίδα μας ξεκίνησε απ' την αρχή, με ισότιμους "αντιπάλους" στις άκρες της σκακιέρας.
Δεν μπορεί να είναι τυχαία όλ' αυτά ρε γαμώτο. Τόσος καιρός... Αναίτια. Δεν το χωράει το μυαλουδάκι μου.

Είσαι ο άντρας μου. Κι είσαι δικός μου.
Για όσο κανονίζουμε ταξίδια, χωρίς άδειες αποσκευές :)

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Κάθε Σεπτέμβρη

Βρε βρε... Ώρα μας ήταν.
Σιγά μωρέ, ούτε δυο μήνες δεν έχουν περάσει από τότε που έγραψες, τι μπορεί να συνέβη πια;
    Κι όμως. Δεν είναι μόνο η αλλαγή περιβάλλοντος και των δεδομένων. Αν σταματήσεις να μετράς το χρόνο σε καθοριστικά έντονες στιγμές και προτιμήσεις την πεπατημένη του ημερολογίου που γράφει μήνες ή χρόνια, γερνάς με λάθος αντίληψη. 
    
    Πόσες φορές μ' έχεις ακούσει να εκθειάζω και να βρίζω ταυτόχρονα την Αθήνα, το τσιμεντένιο εργοστάσιο παραγωγής εικόνων, με τις μίζερες μέρες και τις νύχτες που δεν θυμίζουν ποτέ λευκές σελίδες; Απ' τη στιγμή που συνειδητοποίησα πως δεν έπρεπε ν' απαρνηθώ ποτέ το Σπίτι μου, ξαφνικά όλα έγιναν πιο απλά και το υβρεολόγιο μειώθηκε σημαντικά. Και ως δια μαγείας αποκαλύφθηκε η "φωλιά" που έψαχνα εδώ και μερικά χρόνια, κυνηγώντας τον ίσκιο μου. Κίνηση, άρωμα, μουσική, σκοτάδι, λάμψεις... Αυτή η πόλη αναπνέει. Κι επιτέλους, αναπνέω κι εγώ μαζί της. 

    Μετανιώνουμε;... Είναι μόνιμη η φωλιά; 
Καθόλου. Δεν ανήκω ούτε στην Κρήτη ούτε στην Αθήνα ούτε στο Γουαδαλκιβίρ, παρά μόνο στη Ζέτα. Και στο μέρος που της ταιριάζει περισσότερο την κάθε δεδομένη στιγμή. Το έχω αποδεχτεί πια: μπορεί να είναι η τελευταία μου μετακόμιση, ίσως και όχι. Τι σημασία έχει; Αντί να κλαψομοιρίζω πάνω από έναν ωκεανό λαθών, προτιμώ να φτιάχνω καταφύγια εκεί που η φωνή μου δεν κάνει δυνατό αντίλαλο. Σε κενά δωμάτια, στενά μυαλά και άδειες ψυχές. 

    Μ' αρέσει που γνωρίζω ξανά αυτή την πόλη απ' την αρχή, ειδικά κατ' αυτόν τον τρόπο. Τουρίστας της συνήθειας... Θα μπορούσα να σου γράφω ώρες, για μικρά καθημερινά πραγματάκια που μου τραβούν την προσοχή, αλλά τίποτα δεν μ' εντυπωσιάζει αφού είναι καταβάθος οικείο στη σκέψη μου. 

    Γουστάρω απίστευτα που δουλεύω βράδυ, κι ας δυσκολεύομαι να κρατήσω ισορροπίες με την κανονική μου δουλειά. Ανέκαθεν η αγάπη μου στη νύχτα ήταν αντιστρόφως ανάλογη της καλής σχέσης που δεν απέκτησα ποτέ με τον ύπνο. Κάπως έτσι με ξαναβρίσκω. Με βαριά βλέφαρα, έντονο μακιγιάζ, δημιουργική υπερένταση, ένα κάψιμο στο λαιμό απ' τα τσιγάρα και δυνατούς νες φουντούκι στο ποτήρι, κι ας είναι μειωμένες οι σωματικές αντοχές. Το πρόσωπο της αυπνίας που μου ταίριαζε πάντα. 

    Κάθε ξημέρωμα που με βρίσκει στο δρόμο διεγείρει τις αισθήσεις μου όλο και πιο πολύ. Τα μάτια μου βλέπουν μόνο κάδρα. Τ' αυτιά μου τεντώνονται διαρκώς σε κάθε άκουσμα, αφουγκράζομαι τις μυρωδιές σαν σκυλί. Ψίθυροι. Φωνές. Κρότοι. Η σειρήνα ενός περιπολικού. Μια κιθάρα που ακούγεται ανεπαίσθητα απ' το βάθος του δρόμου. Οι ψυχροί λαμπτήρες του μετρό. Τα ζωηρά φώτα των ξενυχτάδικων. Η μυρωδιά του φούρνου. Το ψυχρό πρωινό αεράκι που διαπερνά κάθε ίνα υφάσματος πάνω στο δέρμα. Πρόσωπα. Καρέ. Λεωφόροι. Ακόμη και η αίσθηση του πλακόστρωτου στα γυμνά μου πόδια, όταν δεν αντέχω πια και πετάω τις γόβες. Οι πέντε αισθήσεις σε πλήρη ενορχηστρωμένη εγρήγορση, για να ρουφήξουν αχόρταγα κάθε λεπτό της μαγείας της νύχτας. 

    Τόσα πράγματα να δούμε και να κάνουμε, τόσα σχέδια για ταινίες, φεστιβάλ, μουσικές, μικρά ταξιδάκια, θέατρο, χορευτικές παραστάσεις, παρουσιάσεις, κι όμως γι' αυτή τη συνάντηση αγωνιούσα περισσότερο απ' όλες. Έφτασα τρέχοντας κι αργοπορημένη, με σφίξιμο στο στομάχι εφάμιλλο ντεμπιταντ στην πρώτη της πρεμιέρα, και ένα χτύπο λιγότερο στην καρδιά, όπως αρμόζει στα εφηβικά πρώτα ραντεβού. 

- Πού πήγαν τα μαλλιά; 
- Πού πήγαν τα κιλά; 

Τόσο οικείος και ξένος συνάμα... Απρόσωπος. Και μια μεταλλική νότα στη φωνή, που αντήχησε εντελώς άγνωστη. Και τότε φοβήθηκα περισσότερο. Πόσα λάθη μπορεί να έκανες, για να μην αναγνωρίζεις κάποιον με τον οποίο έχεις κάνει λίγες απ' τις ουσιαστικότερες κουβέντες της ζωής σου; 
    Τελικά με έσωσε ένα χαρακτηριστικό, κελαρυστό, δυνατό σου γέλιο. Άρχισα να νιώθω γνώριμα, να βλέπω ζεστό φως, να θυμάμαι. Λύθηκαν τα μάγια...

 Είχα ξεχάσει ρε γαμώτο πως έχεις την ομορφότερη φωνή του κόσμου.

   - Κάθε Σεπτέμβρη σε πιάνει; 
Εύλογες απορίες για δίκαια πληγωμένους εγωισμούς. Ξέρω πως κατάλαβες λίγα παραπάνω απ' όσα φοβόμουν απ' τις εξηγήσεις μου. Έπρεπε να περάσουν μήνες για να καταλάβω πως οι σπασμωδικές αντιδράσεις του περασμένου χειμώνα ήταν η επιτακτική ανάγκη να πετάξω, χωρίς να έχω φτιάξει ακόμη τα φτερά. Κι όταν πας να χτίσεις πάνω σε σαθρά θεμέλια αυτοπεποίθησης ή αυτογνωσίας, η "προδοσία" έχει πιθανοθεωρητική βεβαιότητα. Ο χειμώνας αυτός δεν ήταν τίποτ' άλλο πέρα από αντιδράσεις πληγωμένου ζώου. Και η κάθε μέρα που ξυπνούσα σ' ένα κωλόσπιτο τίγκα στην υγρασία, διερωτώμενη γιατί κατάντησα εκεί, γιατί να σηκωθώ απ' το κρεβάτι μου κι αν έχω χρήματα να φάω, ήταν η ισχυρή αντιβίωση που στάλαζε βασανιστικά αργά στο μπράτσο μου κι επούλωνε σταγόνα - σταγόνα τα τραύματά μου.  Το "έχω περάσει και χειρότερα" δεν είναι ποτέ ισχυρό εμβόλιο, εκτός εάν το εμπλουτίσεις με όλα εκείνα τα αντισώματα που είχες αυτές τις όντως χειρότερες στιγμές, την πολεμοχαρή σου διάθεση. Εκεί το ζώο ορθώνει ανάστημα, ανασυγκροτείται, πιάνει το sniper κι ετοιμάζει τη διατριβή του στο κόψιμο κώλων. Ειδικά όσων, με απεριόριστη ανδροπρέπεια, προσπάθησαν να το καβαλήσουν όσο ήταν ήδη πεσμένο στο έδαφος. Χωρίς εκδικητικότητα ή απωθημένο, είναι περιττή αρνητική ενέργεια όταν γνωρίζεις πως η ζωή αποδίδει με τεράστια συνέπεια τα δέοντα σε όσους φοβούνται να σε δουν όρθιο. Είναι οι πρώτοι που ακουμπούν στο χώμα, με κάθε μικρό ή μεγάλο προοδευτικό σου βήμα. 

    - Εγώ γνωρίζω δύο Ζέτες. Αυτή που ήξερα μέχρι πέρυσι, κι αυτή που βλέπω τώρα. 

Κάπως έτσι λοιπόν στέκομαι μπροστά σου και μπορώ να αντικρίζω το βλέμμα σου στην ίδια ευθεία. Έχω μια πύρινη σφαίρα μέσα μου αλλά δεν με καίει πια, ούτε θέλω να την παραδώσω βιαστικά σε τρεμάμενα, ανάξια χέρια. Είναι ο μικρός μου ήλιος, και προσπαθώ να δυναμώνω το φως του μέρα με τη μέρα. Φυσώ την κάννη του όπλου και σου κλείνω πονηρά κι αυθάδικα το ματάκι. Όσο κι αν έχει σκληρύνει το δέρμα μου, όσο κι αν ταυτίζομαι μ' άλλα είδη του ζωικού βασιλείου κι όσο κι αν απεχθάνομαι τα χαζοναζάκια, ήταν έκπληξη ικανοποίησης πως μαζί σου αισθάνομαι ακόμη για κάποιο ρημάδι λόγο γατί. Που γουργουρίζει αμήχανα στο άκουσμα κάποιων εκφράσεων, χάνοντας τις δικές του, μαζί με το έδαφος κάτω απ' τα πόδια του, σ' ένα διαρκές πνευματικό σκάκι που δεν με τρομάζει πια.

Δεν μπορώ άλλα λόγια κι υποσχέσεις. Ούτε θέλω να σε απογοητεύσω ξανά. 
Ο δρόμος είναι ανοιχτός, δικός μας, γεμάτος πράξεις που μας ευχαριστούν.
Κάπως έτσι ξεκινούν οι μάχες με νόημα. 
Γουστάρεις; :) 
Προς το παρόν μου αρκεί που βλέπω τέτοια τοπία μαζί σου. Και κρατάω την ετοιμοπόλεμή μου διάθεση για όσα φέρνει ο χρόνος. 

https://youtu.be/pf4LsEnHdWQ
    
    

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

https://www.youtube.com/watch?v=ZWcc5VJiRVA

Έχεις παίξει ποτέ το "συμπλήρωσε το στίχο"; Πανεύκολο. Κάθεστε δυο άνθρωποι απέναντι, κατά προτίμηση μ' ένα κομμάτι χαρτί και λίγο αλκοόλ στο τραπέζι, και κόβετε και ράβετε ο ένας τις ρίμες του άλλου. Προσπάθησα να κάνω μόνη μου το ίδιο με το "Θα σπάσω κούπες" στην εκτέλεση της Σάττι, αλλά στις δέκα γραμμές πέταξα το κινητό στη γωνία. Θα γινόμουν η πιο άχρηστη στιχουργός από καταβολής κόσμου. Αλλα και στις εξομολογήσεις, εν γένει, πάσχουμε από σοβαρότατη έλλειψη τακτ. Ανοίγω την μπουκαπόρτα κι όποιον πάρει ο Χάρος, ειδικά αν παίζω για καιρό κρυφτούλι με την αλήθεια.

- Κούκουυυυ... Εδώωωω είμαι! Μην κάνεις πως δεν με βλέπεις... Σταμάτα να σκέφτεσαι, να διαλέγεις. Δεν είναι ώρα για μετρημένες, εντυπωσιακές λέξεις κι εξευγενισμένα λογάκια, τα έχουν γράψει και τραγουδήσει άλλοι πολύυυυ πριν και καλύτερα από σένα. Κούκου, είμαι το Καζολίν!

Αυτός ο υποθετικός μονόλογος της τίμιας κυρίας παίζει λούπα στο μυαλό μου εδώ κι μήνες. Νισάφι, λοιπόν. Πάρ' το, όπως είναι. Και πάρε και των ομματιών σου μαζί, αν θες.

Γιατί όσο ήμουν γονατισμένη σ' ένα βούρκο κακίας και ψεμάτων, ενώ φοβόμουν ότι θα μου δώσεις τη χαριστική κλωτσιά, ήσουν ένα απ' τα πιο δυνατά χέρια που με βοήθησαν να ξανασταθώ στα πόδια μου. Κι ας μην το κατάλαβες ποτέ.

Γιατί με σεβάστηκες.

Γιατί γουστάρω τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τα χρώματα.

Γιατί για όσους λόγους θέλω να σου ρίξω σβουριχτά φιλιά στο μάγουλο, γι' άλλους τόσους θέλω να μου γυρίσεις τ' άλλο και να σε ταράξω στα χαστούκια. Ίσως το μόνο γεγονός για το οποίο μας ενώνει συναισθηματική αμοιβαιότητα. Το ίδιο ελκύει - το διαφορετικό εμπνέει.

Γιατί θα μπορούσα να μιλάω συνεχώς, χωρίς δισταγμό, και να πράττω όσα αισθάνομαι, χωρίς να νιώσω όπως σου περιέγραφα όταν με πρωτογνώρισες: ένα άδειο σακί. Και μάντεψε ποιος γέμισε τους ασκούς του Αιόλου μου με όνειρα. Ή, για να το θέσω και διαφορετικά, όπως μου το' παν, το πένθιμο μωβ που εξέπεμπε η αύρα μου το χειμώνα έγινε έντονο ασημί.

Γιατί το χαμόγελό σου είναι ισχυρό παυσίπονο με επήρεια ημερών, που κρατάει το δικό μου στην άκρη των χειλιών ώσπου να μουδιάσει.

Γιατί όταν κοροιδεύεις το κόλλημά μου με τα παιδιά, που σαλιαρίζω και τρέχω πίσω απ' οποιοδήποτε όμορφο μουσούδι, στους δικούς σου παλιμπαιδισμούς λιγώνω ακόμη πιο πολύ.

Γιατί όταν τραγούδησα πρώτη φορά μετά από χρόνια σε άνθρωπο χωρίς να ντραπώ καθόλου, δεν με πέταξες απ' το παράθυρο του αμαξιού να γλιτώσεις.

Γιατί χαίρομαι εξίσου τα ευφάνταστα παρατσούκλια που με βαφτίζεις ανά καιρούς, όσο και τα κοπλιμέντα σου.

Γιατί εκτιμώ την κρίση και την κριτική σου. Κι όταν με μαλώνεις, γιατί κατάλαβες πως έτσι μόνο παίρνει στροφές το ανάποδο κεφάλι μου, δεν έχω ακούσει ποτέ ούτε μισή νότα κακεντρέχειας στη φωνή σου.

Γιατί όταν σε είδα να πονάς, η λύπη και η συμπόνοια εναλλάσσονταν με το θαυμασμό. Έβλεπα δίπλα μου τον ωραιότερο άντρα που έχω αντικρίσει ποτέ.

https://www.youtube.com/watch?v=CusGBZh5V_4
Τόσες σκέψεις, κάθε στίχος, οράματα... Ο ιδανικός μου βιότοπος οι φαντασιώσεις. Τι θες ν' ακούσεις; Σενάρια ολόκληρα έχει φτιάξει η φαντασία μου η πλανεύτρα για εμάς. Αλμυρά φιλιά. Φτέρνες στην άμμο. Λευκά δροσερά σεντόνια σε απομονωμένα δωματιάκια. Τα χριστουγεννιάτικα φώτα της Αθήνας, όταν, τυλιγμένη σε 38 κασκόλ, θα προσπαθώ να σου δείξω τις μοναδικές όμορφες μέρες αυτής της ρημαδούπολης. Κατάμεστες αίθουσες αναμονής αεροδρομίων, με γκρίνιες, ενθουσιασμό και παγωμένες τρεμάμενες αναπνοές.
Ανούσιες, μικρές, υπέροχα ανέφικτες ιστορίες.

Γιατί αυτές οι εικόνες μαζί σου, ευχάριστες ή μη, στη σκέψη μου μυρίζουν πάντα ήλιο.


Για όλους τους παραπάνω λόγους, και για μερικούς εκατοντάδες ακόμη... Είμαι αθεράπευτα, ανήθικα κι απεριόριστα ερωτευμένη μαζί σου.


Τόσο δύσκολο ήταν; Τόσο αργά;
Μπορεί να συνυπάρξει ο πάγος με τη φωτιά, χωρίς ν' αλληλοκαταστραφούν; Δεν θα τολμούσα ποτέ, κι ούτε θα ήθελα να σε αγγίξω διαφορετικά. Όποιος νομίζει πως σ' έμαθε επειδή άκουσε τον αναστεναγμό σου σ' ένα μονό κρεβάτι, υποτιμά τραγικά τις σιωπηρές συζητήσεις μιας μοσχομυριστής αγκαλιάς.
Θα μου λείπει αυτή η αγκαλιά που δεν μοιάζει καθόλου με τη δική μου.
Η απαλή, καθαρή μυρωδιά της.
Κι όσο κι αν προσπαθήσω, υπεκφεύγοντας, να βρίσκω καταφύγια σε άλλες, το σώμα μου κλειδώνει αμυντικά από τις μάταιες συγκρίσεις.  Ποιο το νόημα;

"Μόνο όταν είναι μαζί σου τον βλέπω πραγματικά χαρούμενο".

Δεν το πιστεύω αυτό. Αλλά εδώωωω ακριβώς προκύπτει αυτό το μικρό, κούτσικο, τοσοδούλικο προβληματάκι. Έφταιγε η κακιά στιγμή, η εκτίμηση που μπήκε στην πορεία, ο σεβασμός σου, η τροχιά των αστεριών, οι χαρακτήρες, δεν ξέρω πως συνέβη το μοιραίον, αλλά..

Σ' αγαπάω.

Και δεν θα ρίσκαρα για τίποτα στον κόσμο -πόσο μάλλον για έναν έρωτα- να σβήσει αυτή η λάμψη απ' το πρόσωπό σου, όταν βλέπεις και χαμογελάς με την ξανθιά σκατόφατσα.
Αυτά, γενικά.
Χωρίς υπεκφυγές και μισόλογα πια. Είναι αργά, κι είμαστε και οι δυο κουρασμένοι...
Ας πούμε μια τελευταία καληνύχτα σε όσα έγιναν, σε όσα ξεψύχησαν πριν καν αρχίσουν κι όσα έπονται.

Καλό μας ξημέρωμα :)


https://www.youtube.com/watch?v=WK2siEQsADk





Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Lemons and tequila, φίλε μου...

Το πρόβλημα δεν είναι να βρίσκεσαι αρκετά μακριά απ' τον αρχικό στόχο, αλλά να τον έχεις ξεχάσει εντελώς...

Ποτέ δεν έκλαιγα εύκολα. Ούτε συχνά. Αλλά κάθε στιγμή που ένας κόμπος παλεύει να ελευθερωθεί και πνίγεται στο λαιμό σου μέχρι να νιώσεις ότι θα εκραγείς, μεγαλώνεις δέκα χρόνια. Ή μάλλον γερνάς, άσχημα.

Παράπονο λοιπόν; Σε είδα μετά από τόσο καιρό, την ώρα που δούλευα. Προσπάθησα να σκεφτώ πως ήσουν αόρατος, και μετά από λίγο κατάλαβα πως θόλωσαν τα μάτια κι είχα σφίξει ασυναίσθητα το λουρί της κάμερας πιο πολύ στο χέρι μου. Δεν μ' ενοχλεί το πρόσωπό σου, αφού δεν έχω κάποιο ερωτικό απωθημένο. Μ' ενοχλεί που γίνεται καθρέφτης όλων των λάθος επιλογών μου. Που άφησα, τόσο απροκάλυπτα, τον εαυτό μου να χρησιμοποιηθεί. Ποτέ δεν περίμενα να σε μισήσω. Κι όμως, ο λυγμός μετατρέπεται αμέσως σε θυμό, που καίει σαν ιώδιο στην άκρη της γλώσσας μου. Η γιούχα της εξέδρας μ' εξοργίζει. Το περιβάλλον σου, αυτά τα τσουτσέκια της γλάστρας που είτε ξεχνούν σκόπιμα πώς οδηγήθηκαν στη βολεμένη ζωούλα τους, είτε βυζαίνουν ακόμη το δάχτυλο της μαμάς ή του μπαμπά για να μην τους αφήσει ρέστους, και σηκώνουν ξαφνικά ανάστημα νομίζοντας πως μπορούν να κρίνουν εμένα. ΕΜΕΝΑ. Ευτυχώς είσαι απ' τους λίγους που ξέρεις πως, μ' ένα προκλητικό βλέμμα ή συμπεριφορά, θα 'χες φάει επιτόπου το τακούνι στο κεφάλι. Βέβαια απ' τη στιγμή που δεν μου είπες κατά πρόσωπο αυτά που ήθελες την κατάλληλη στιγμή, από δειλία, δεν πρόκειται να το κάνεις και ποτέ. Μπορώ πάντα να βασίζομαι σ' αυτό. Κι όχι μόνο για σένα, εννοείται.

"What the hell am I doing here?
I don't belong here..."
Αν περιμένεις πως όλες σου οι μέρες θα είναι ρόδινες κι αγγελικά πλασμένες, μάλλον είσαι πέντε ή έχεις υποστεί κάποιο είδος συναισθηματικής λοβοτομής. Στο λάθος τόπο όμως, κάθε κακή μέρα είναι καρφί στο φέρετρο της επιβεβαίωσης πως πρέπει να φτιάξεις βαλίτσες σύντομα. Μακριά απ' τη λεβεντογέννα που έχει περισσότερες λεβέντισσες, παρά λεβέντες. Χωρίς σπίτι, χωρίς την οικογένεια, μ' ελάχιστους που μπορούν να με καταλάβουν μ' ένα νεύμα. I know you love me as much as I do, but you haven't walked in my shoes... Δεν περιμένω όμως κανέναν, φίλο, αδερφό ή σύντροφο, να κάνει κουπεπέ το αδέσποτο, αδικημένο Ζετάκι. Πρώτον γιατί κατηγορώ αποκλειστικότατα το ξερό μου το κεφάλι, δεύτερον γιατί η ζωή δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν και τρίτον κι απλούστερον, ΠΟΙΟΣ ΧΕΣΤΗΚΕ. Κα-νέ-νας δεν είναι υποχρεωμένος να νταντεύει και να παίζει μποξ με τη μαυρίλα στο μυαλό σου. Αν το κάνει, γούστο του, κορδέλα του και σαφώς εκτιμητέο. Όμως οι εγωιστικές παραδρομές τύπου "τι έκανα για σένα" ή "τι θα έκανα στη θέση σου", δεν βοηθούν πουθενά. Στη δική μου περίπτωση, τ' αντισώματα είναι το περπάτημα και η εργασιοθεραπεία. Και κάνουν πολλά :)

Όταν δεν έχεις τίποτα δεδομένο στα χέρια σου, μπορείς να συνειδητοποιήσεις πιο εύκολα ότι τα έχεις όλα. Ειδικά αν μια ρομαντική διαστροφή σε κάνει να πιστεύεις πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι. Όπως εκείνος ο ταξιτζής τις προάλλες, που μ' ανέβασε σπίτι με το ζόρι, χωρίς λεφτά, γιατί με είδε να περπατάω αργά τη νύχτα.
- Μην στεναχωριέσαι κορίτσι μου, όλα θα στρώσουν... Υπάρχουν πολύ χειρότερα πράγματα απ' το να μην έχεις λεφτά.
(Εμένα μου λες...) Έχεις φάει; Σίγουρα;
- Ναι, φαγωμένη είμαι, να 'στε καλά...
- Έχεις τσιγάρα ή να σου πάρω πακέτο;
- Μόλις πήρα, καμελάκι είναι... Να κεράσω;
- Όχι, από μένα θα πάρεις, μου λέει και βγάζει το μπλε Winston απ' την τσέπη του πουκαμίσου.
(Τόσο όμορφη η ρημάδα η ζωή, όταν είναι τόσο ειρωνική...)

Όπως είπε σοφά μια δική μου ψυχή, η εξυπνάδα έγκειται ακριβώς στο να μην προσπαθείς να την αποδείξεις. Κάπου εκεί το IQ μου μάλλον πιάνει τιμές θερμοκρασίας Νευροκοπίου, γιατί περνάω λάθος μηνύματα στους ανθρώπους γύρω μου. Λένε πως ελκύεις ό,τι χρειάζεσαι τη δεδομένη χρονική στιγμή. Ίσως πρέπει ν' αλλάξω καμία καμένη λάμπα στη νέον πινακίδα "ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΤΕΤΟΙΑ ΜΠΛΕΞΙΜΑΤΑ" που έχω μοστράρει στο κούτελο. Ένα μελίσσι από ωραίους, μοιραίους, δήθεν, εγωπαθείς, "μυστηριώδεις", που δεν καταλαβαίνουν πως χάνουν βερεσέ το χρόνο τους. "Και τι θες πια μωρή ντιβάρα, το άσπρο άλογο;", είναι η φυσιολογική αντίδραση. Νομίζω όμως πως η απάντηση είναι ακόμη πιο προφανής. Όσο και το ότι έχω καθρέφτη σπίτι μου, για να μην βγάζουμε την αυτογνωσία έξω απ' το παιχνίδι. Τα τέλεια, ατσαλάκωτα πρόσωπα, οι κοιλιακοί για να παίζεις sudoku και τα πορτοφόλια που δεν κλείνουν με δαγκάνες ήταν πάντοτε αδιάφορα ή απωθητικά στα μάτια μου. Έναν γαμημένο Άνθρωπο θέλω, να με ρωτάει αν πρόλαβα να φάω όλη μέρα και να τον βλέπω καμιά φορά φάντη μπαστούνη έξω απ' τη δουλειά μου για να με πάει σπίτι. Τόσο απλά κι ωραία. Και μέχρι να τον βρω, επειδή δεν πρόκειται να ψάξω κιόλας, εννοείται πως προτιμώ την ησυχία μου. 

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Παράκληση, ρομαντισμός ή και τα δύο;

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που η συναισθηματική τους δοτικότητα θυμίζει μια μεγάλη, εντυπωσιακή λίμνη με άβαθα νερά. Βουτάς και μπορείς να διακρίνεις όλα τα κοράλλια στο βυθό τους, τα βήματά σου τον αγγίζουν κάθε στιγμή. Κι υπάρχουν κι εκείνοι που η αγάπη τους μοιάζει μ' ένα πελώριο, ανήλιαγο πηγάδι δίχως πάτο. Αν αποφασίσεις να βουτήξεις, δεν σταματάς ποτέ να βυθίζεσαι, ν' ανακαλύπτεις, ν' αναρωτιέσαι, όσο εκείνοι αναβλύζουν από πηγές στα έγκατα της γης, δημιουργώντας ρίζες, γόρδιους δεσμούς από χώμα κι αστέρια.

Έχεις σκεφτεί ποτέ την απροσμέτρητη δύναμη του ρήματος "θέλω"; Παιδιάστικο, καθάριο, εγωιστικό κι απόλυτο. Μέχρι ν' αντικατασταθεί από διάφανα, επίπλαστα "πρέπει". Ας μην περιφέρουμε υπόλευκα πουκάμισα ονείρων. "Θέλω", λοιπόν.

Θέλω να είσαι η πρώτη σκέψη, περήφανο κόσμημα στο λαιμό της μέρας μου, και το σωπαστικό φιλί της καληνύχτας.

Θέλω ν' ακούγεται στα μάτια το "ευχαριστώ" και το "σ' αγαπάω", χωρίς να ψιθυρίζεται στα χείλη. Τα λόγια κουράζουν πια.

Θέλω να με μαλώνεις όταν ξεπερνάω τα όρια. Κι όταν πεισμώνω, όταν αδειάζω τη βαλίτσα μου στο πάτωμα, να τραβάς τα γκέμια και να σπας το έδαφος κάτω απ' τα πόδια μου. Για να μαθαίνω.

Δεν θέλω να με φοβάσαι ή να με λυπάσαι. Να γίνομαι ήλιος κλέβοντας το δικό σου φως. Μόνο να φτιάξουμε το δικό μας, υπέρλαμπρο, μοναδικό αστέρι.

Θέλω να συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους καλύτερους κι όχι με τους χειρότερους, για ν' ανυψώνεσαι. Να είσαι αυστηρός κριτής του εαυτού Μας.

Θέλω να γελάς μαζί μου αλλά κυρίως εις βάρος μου. Ν' ανακαλύπτω πετράδια στο χαμόγελό σου και να λιώνω, πιο πολύ κι απ' τη δύναμη της αγκαλιάς σου.

Θέλω να παγώνει το αίμα στ' ακροδάχτυλα όταν ακούω τη φωνή σου. Να πάλλονται οι φλέβες μου κάθε φορά που με κοιτάς. Να μ' αγγίζεις χωρίς να μ' ακουμπάς καν.

Αν με σεβαστείς, αν σ' εκτιμήσω, θα έχεις δίπλα σου έναν αιώνια θερμό χειροκροτητή στα έργα σου. Μην σε ξεγελούν τα νεύρα και τα πείσματα, είναι προπετάσματα για να σε δοκιμάσω. Δεν γουστάρω τα παράσημα και τ' αρχηγιλίκια. Είμαι πιστό σκυλί, αφοσιωμένος θαυμαστής της εικόνας σου, ένας ικανός στρατιώτης σε κάθε πεδίο της μάχης για ν' απαλλαγούμε απ' το ζυγό του "εγώ" και να πορευτούμε στο "εμείς".

Θέλω ν' ανακαλύπτω κάθε μέρα, κάθε στιγμή, νέες λέξεις και πράξεις που δίνουν χρώμα και σχήμα στην έννοια του "σ' αγαπάω". Κι όταν συμβαίνουν, να μου φαίνονται μηδαμινές κι ανάξιες.

Θέλω να είμαι δική σου. Να σου δώσω όσα δώρα πολύτιμα έχω φυλάξει μόνο για Σένα. Κι αν κουραστείς, αν σε πνίξει η τόση αγάπη μου, να 'χεις το θάρρος να με σπρώξεις μακριά, ώστε κάθε κύτταρο του κορμιού μου να εφευρίσκει τρόπους να μένω εκεί, ματωμένη αλλά ευτυχισμένη που είμαι όρθια.

Ποιος είπε πως δυο άνθρωποι δεν μπορούν ν' απαρτίζουν οικογένεια;...

Θέλω να βρω την αγαπημένη σου κούπα για να πίνεις καφέ το πρωί. Να ξεκουράζομαι απ' τη συγκατάβαση στο βλέμμα σου, μπροστά σ' ένα αχνιστό πιάτο που θα σου μαγειρέψω μετά απ' την πιο δύσκολη μέρα. Να κρατάω το χέρι σου πάνω στο λεβιέ του αυτοκινήτου και να ξέρεις πως είσαι η πιο δύσκολη, η λατρεμένη μου διαδρομή. Να βρούμε μια φράση ξεχωριστή, δική μας, μια μυστική δίοδο επικοινωνίας ως "έξοδο κινδύνου" σε ιδιόρρυθμες καταστάσεις. Να σε σφίγγω πάνω μου και να νιώθεις πως δεν σου λείπει τίποτε. Να χάνει η καρδιά μου ένα χτύπο, κάθε φορά που αισθάνομαι τη μυρωδιά σου. Να χαιδεύω για ώρες εκείνο το σημάδι στο μέτωπό σου, την ουλή στη μέση, και να λατρεύω ακόμη περισσότερο τη γκρίνια σου γι' αυτά.

Εκεί που σταματά η σπατάλη πηγάζει η ανάκτηση. Καταλαβαίνεις πως είσαι ευτυχισμένος, όταν τα ωραιότερα ξημερώματα της ψυχής σου δεν τα έχεις ζήσει ακόμη. Μαζί.





Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

What about daddy cool?...

    Μάιος. Ο μήνας των ευωδιαστών αισθήσεων και των παραισθήσεων. Το πρώτο δειλό φιλί στο καλοκαίρι. Για τους περισσότερους, μια ευκαιρία για αναθεωρήσεις κι ανθοφόρηση κάθε είδους. Για μένα, η σημερινή μέρα είναι μια μαύρη πινελιά σ' ένα χρωματιστό τοπίο.

    Ποτέ δεν χρειάζεσαι ιδιαίτερη πρόσκληση για να στρογγυλοκαθίσεις στο θρόνο της μνήμης μου. Έχεις ένα δωμάτιο κατάδικό σου, άλλωστε. Ακριβώς όπως θα σου άρεσε. Μικρό αλλά επιβλητικό, πέτρινο, δροσερό, με σκούρα μπλε παντζούρια και τη μυρωδιά του καυσόξυλου στο τζάκι. Και η ψυχή σου πλανάται κάπου ανάμεσα στα ξύλινα φθαρμένα έπιπλα, στα εργαλεία σου, μ' ένα τσιγάρο μόνιμα σφηνωμένο στα χείλη.
[Πώς τον άφησα να περιπλανηθεί στο χώρο σου, ν' αγγίξει τα πράγματά σου, να πάμε μαζί για ψάρεμα; Δεν μπορούσες να μου στείλεις ένα προειδοποιητικό σήμα, ένα βρισίδι, μια συμπαντική μούτζα έστω;]

    Δεν ξέρω γιατί, αλλά σε νιώθω πιο έντονα κοντά μου την πρώτη πραγματικά ανοιξιάτικη μέρα κάθε χρόνου. Όταν μυρίζω το αλάτι της θάλασσας στον αέρα, όταν η κάψα μιας ηλιόλουστης Κυριακής ζεσταίνει την πλάτη μου. Αλμύρα, καπνός, χώμα, κύματα κι ανταριασμένα όνειρα. Μυρωδιά πιο ζεστή στη μνήμη μου κι απ' την κολώνια σου, το Le Male του Gaultier εδραιωμένο δεξιά στο ραφάκι του μπάνιου.

    Όταν αναστηλώνω στο μυαλό μου την εικόνα σου, μου χαλούν τη σύνθεση μερικά άσχημα, πρόσφατα καρέ. Έτσι, προτιμώ να ταυτίζεσαι μ' ένα ατελείωτο ταξίδι. Τακτοποιούσες με μεθόδους Βελτιστοποίησης - τέτρις τα πράγματά μας στο πορτ - μπαγκάζ (ευτυχώς που σου μοιάζω και στα καλά), έβαζες στο τέρμα τις μουσικές που γουστάραμε, από Carl Orff μέχρι Μetallica και Within Temptation, κλέβοντας τις μπαγκέτες του Θάνου απ' το πίσω κάθισμα και κρατώντας το ρυθμό στο τιμόνι. Δίπλα σου έμαθα να είμαι σωστός συνοδηγός - σιωπηλή όταν χρειαζόταν, με φρεσκοφτιαγμένα cd στο ντουλαπάκι του Galloper, καφέ στα χέρια, την πρώτη ρουφηξιά απ' το μπλε Winston που σου άναβα για να μην αποσπάται η προσοχή σου στην Εθνική.
Μετά από τόσα μικρά και μακρινά ταξίδια, η πρώτη διαδρομή που μου έρχεται στο μυαλό είναι μια φορά (προφανώς) στο Πήλιο, όπου έτυχε για κάποιο λόγο και πήγαμε μόνο οι δυο μας. Παγωμένοι πέτρινοι τοίχοι ενός τόσο ψυχρού Μάρτη, που μ' ανάγκασε να βγάλω όλο το τριήμερο δίπλα στο τζάκι τυλιγμένη με όσα ρούχα κρατούσα μαζί, το ένα πάνω στο άλλο. Ξεμυτίσαμε μόνο ένα απόγευμα ως το Τρίκερι για ψαρομεζέδες και τσίπουρο, "για να ζεσταθούμε και λιγάκι, ντε", και καταλήξαμε τύφλα με κενά μνήμης για το πώς φτάσαμε σπίτι. Δεν οδηγούσα ακόμη τότε για να σε μαλώνω, όπως έκανα αργότερα, κι ας μη μου ξανάδωσες ποτέ τέτοια αφορμή. 

    Μια απόλυτη σχέση παραδίδει τα όπλα στις τυπικότητες, και στέλνει στον αδιάβαστο σύνδρομα Ηλέκτρας και λοιπά συμπαρομαρτούντα. Ποτέ δεν ένιωσα την έλλειψη της πατρικής φιγούρας, την ανάγκη της διεκδίκησης, ούτε κάλυψα τις ανασφάλειές μου στο πρόσωπο ενός πολύ μεγαλύτερού μου άντρα. Ήσουν πάντα εκεί. Ο στυλοβάτης. Ο Ένας. Χωρίς υπερβολές και υπερπροστατευτικότητες, παρά μόνο χάδια, γλυκές κουβέντες και μια σταγόνα φιλίας στον ωκεανό μιας αγάπης απροσμέτρητης. Στο τηλέφωνο οι φίλοι μου μας παρεξηγούσαν, δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι μιλούσαμε κατ' αυτό τον τρόπο με τον πατέρα μου. Κι όμως, οι ουσιαστικές κουβέντες επιβράβευσης, η έγκριση και τα "μπράβο" ήταν κοπιαστικά σπάνια, ακριβώς όπως τους άρμοζε. Και το "κοριτσάρα μου" άστο, ας πούμε πως το πήρε ο άνεμος μιας παρωχημένης τρυφερότητας σε άλλα χείλη. Κανένα κοπλιμέντο όμως δεν μπορεί να επισκιάσει τη γλύκα του "τυπάκι μου", όταν το πρόφερες μ' εκείνο το χαμόγελο, όλο καμάρι.

    Μου έδωσες πνοή, με προίκισες με το χαρακτήρα σου, την κριτική σκέψη και ένα αυστηρό βλέμμα αρκετά χρήσιμο, όταν έπρεπε να μάθω να κολυμπώ στη λίμνη με τους καρχαρίες που με πέταξες. Και συγκινιόσουν σαν μωρό παιδί όταν διέκρινες τις ομοιότητες, οι άμυνές σου κλυδωνίζονταν στα πιο απλά καθημερινά πράγματα. Όταν σου έστελνα λουλούδια, εμφανιζόμουν φαντομπάστουνο στην Αθήνα για να σας κάνω έκπληξη ή σε περίμενε ήδη στα φοιτητικά μου ντουλάπια ένα κρητικό γλυκό που αγαπούσες.

"Και ξόδεψα και μοίρασα και μάλλον ξεχρεώνω
μια στοίβα χρόνια ασθενικά με μια αγκαλιά σκουπίδια.
άλλα να θέλω σαν τρελός και μ’ άλλα να ματώνω, 
φυγές να σκάβω μες στη γη και να γυρνώ στα ίδια."

     Η τελευταία μου "επίσκεψη" ήταν πριν δυο χρόνια, όταν ο πόνος είχε δώσει τη θέση του σε βουρκωμένα χαμόγελα. Με λίγα λουλούδια απ' τις γλάστρες μου, αφού δεν κατάφερα να κρατήσω το δικό σου κηπάκι. Είχα αποφασίσει τη "φυγή" μου, για ακόμη μια φορά, κι είχα απόλυτη ανάγκη τη συμβουλή, την αύρα της γνώμης σου σ' ένα κενό τοπίο. Και, σαν γνήσιο είδωλό σου στον καθρέφτη, πλήρωσα ακριβά το τίμημα της έλλειψης κι έπεσα με τα μούτρα σε επιλογές που νόμιζα πως θα μου δώσουν ό,τι είχε λαχταρήσει η ψυχή μου. Επιλογές - ευκαιρίες σε ανθρωπάκια που κανονικά δεν θα χαράμιζα το σάλιο μου ούτε για να τους φτύσω. Ποτέ δεν το μετάνιωσα, όπως ξέρω ότι δεν το μετάνιωσες ούτ' εσύ. Ίσως ήμουν πιο τυχερή γιατί η ηλικία μου δεν μου επιτρέπει να φοβάμαι τόσο τη μοναξιά, κι εξαπολύω μόνο στον εαυτό μου τα "κατηγορώ". Γιατί ξέχασα, έστω και για λίγα χρόνια, τη Γεωργία που ανέθρεψες.

"Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες σας, βλέπω μόνο απίστευτη τρυφερότητα κι αγάπη. Πόσα παιδιά νομίζεις ότι μπορούν να έχουν τέτοια βλέμματα στο οικογενειακό τους άλμπουμ; Ξέρεις πόσο τυχερή είσαι; Πότε θα μάθετε να πουλάτε ακριβά το τομάρι σας, γαμώ το κέρατό μου;"

"Και στο κορίτσι χίμηξαν αγέλες από χρόνια"
Kαι το τώρα;...

    Κοίταξέ με. Πλησιάζω τα τριάντα πια. Κι εδώ και τέσσερα γενέθλια, κανένας δεν με παίρνει τηλέφωνο τη νύχτα να μου ευχηθεί στη μία παρά εικοσιπέντε, ακριβώς την ώρα που γεννήθηκα. Έχω κοντά ξανθά μαλλιά και λίγα τατουάζ ακόμη, έτσι για να χεις λόγο να μου γκρινιάζεις με λογύδρια περί ομορφιάς στη φυσικότητα, όπως κάθε φορά που μ' ακουμπούσε ψαλίδι, πινέλο ή βελόνα. Δεν πρόλαβες το πτυχίο που υποσχόσουν. Ευτυχώς, ένα πλασματάκι σπάνιο διάλεξε στην ανθοδέσμη μου τα μπλε τριαντάφυλλα που θα κρατούσες κι εσύ. Όπως εκείνο το βράδυ που γύρισες απ' τη δουλειά με μια αγκαλιά από δαύτα, γιατί σου μαρτύρησε η μάνα ότι πρωτοαδιαθέτησα, και μου είπες πως ο γυναικείος δρόμος που θα ξεκινούσαν τα βήματά μου θα 'ταν όμορφος και γεμάτος αγκάθια. Όμως δεν είδες ούτε και την πρώτη άσπρη τρίχα να δεσπόζει περήφανα στη χωρίστρα μου. Εκεί ακριβώς πάνω στο σημαδάκι απ' τα πρόχειρα ράμματα, αφού γυρίσαμε μαζί τη μισή Αθήνα για να βρούμε γιατρό, όταν η Βάσω λιποθύμησε στη θέα του αίματος. Κατάφερα ήδη να διαλύσω τα στραβά γονατάκια που μου κληροδότησες, αλλά δεν σταματούν να τρέχουν. Το υπόλοιπο πακέτο, η "κορμοστασιά της μάνας σου" όπως έλεγες όταν ήθελες να με παινέψεις, δεν της μοιάζει σχεδόν καθόλου πλέον, αλλά τουλάχιστον έμαθα να την χρησιμοποιώ σαν ασπίδα. Και συχνά κρατάω μια φωτογραφική στα χέρια, γιατί δεν μπορώ πια να τραγουδήσω. 

"Μπορεί να πούλησα κι εγώ κάτι απ' τη ψυχή μου
Αφού μου τη ζητήσανε, γιατί να μην κεράσω...
Μόνο που είχα πρόβλημα αν ήταν στην τιμή μου
ή μου την κλέψανε κι αυτή μ' ένα κρυμμένο άσσο"

    Ο μοναδικός λόγος που χαίρομαι για την απουσία σου, είναι πως αν αυτή τη στιγμή είχες επίγνωση ορισμένων καταστάσεων θα 'χες έρθει με το πρώτο καράβι να ρίξεις αναδρομικά όσο ξύλο δεν έφαγα ποτέ ως πιτσιρίκι, πρώτα σε κάποιους και τέλος σε μένα, που έπαιξα την αυτοεκτίμησή μου στα ζάρια του κάθε κερατά. Και ποιο το νόημα; Τι έχασα τελικά; Μια πρέζα αθωότητας και το παιδικό βλέμμα της ψυχής μου. Κέρδισα όμως τα ομορφότερα χαμόγελα, σε ταξίδια που δεν χαρτογράφησε κανείς άλλος για μένα... Κι ας μου λείπουν τα ανήσυχα τηλέφωνα στις τρεις το χάραμα, όταν πρωταγωνιστούσα στους εφιάλτες σου.

- Τώρα άρχισε να καθαρίζει σιγά σιγά το πρόσωπό σου.

"Ξέρω καλά τι πέρασες, βλέπω σκιές στο σώμα
 Ξέρω, νιώθεις πως γέρασες, μα κράτα λίγο ακόμα..."

    Μετά από τόσο καιρό, τα βρεγμένα μου ρούχα άρχισαν να στεγνώνουν στον ήλιο. Γελάω με την καρδιά μου κι ερωτεύομαι. Τις ανεπαίσθητες κινήσεις αγάπης, μια σταγόνα τρέλας σε ηλιόλουστα βλέμματα, τις σπίθες διακριτικού ενδιαφέροντος, τις μελωδικές νότες ενός ηχοχρώματος που σε μαγνητίζει σε μια φωνή, τη μυρωδιά της νωπής γης και του γιασεμιού, αλλά κυρίως αρχίζω κι ερωτεύομαι τη Ζέτα. Ξέρω πως δεν θα σου άρεσε αυτό το παρατσούκλι, όπως δεν διάλεξες ούτε τ' όνομά μου. Έτσι μ' έκανες όμως, κι έτσι επέλεξα να είμαι. Χωρίς άγκυρες αναμνήσεων, παρά μόνο τη δική σου σαν ξόρκι στους φόβους μου. Η πυξίδα που σε αναγκάζει να μην χαμηλώνεις το βλέμμα. Κι αυτό το τομάρι το στραβοκάνικο, το σαφρακιασμένο, έμαθα επιτέλους να το κοστολογώ σωστά, χωρίς εκπτώσεις απόγνωσης.

    Ξέρω ότι θα με καταλάβαινες. Της ίδιας βλαμμένης συνομωταξίας είμασταν, άλλωστε. Όπως ξέρω πως ο άντρας, ο "πρίγκιπας" που θα διαλύσει οριστικά τα συννεφάκια της βατραχοσυμμορίας που καπηλευόταν φιλιά, θα έχει κατιτίς μικρό από σένα. Λίγο έξυπνος, λίγο επιχειρηματικό πνεύμα, λίγο μικρόσωμος, λίγο "μέσα σ' όλα", όπως έλεγες, λίγο δουλευταράς, λίγο ευέξαπτος. Μπορεί να φωνάζει και να επιβάλλεται τόσο, που να νομίζεις πως ψήλωσε δυο κεφάλια. Ίσως ξέρει να εκτιμάει ένα ζευγάρι τριμμένα Timberland, όπως το πιο κομψό του κουστούμι. Ή να τριγυρνάει στους δρόμους μιας ξένης χώρας σαν αγρίμι με βλέμμα χαμένο, χαίτη, γενειάδα και μια κιθάρα στην πλάτη. Θα παραδίδεται άνευ όρων σε όσους αγαπάει. Μπορεί να καταγράφει τις σκέψεις του με ιστοριούλες στο χαρτί, όποτε προλαβαίνει ή το θυμάται. Ή να χτυπιέται με ροκάκια σαν τρελός, κι ας ξέρει πως το σώμα του ήταν ανέκαθεν τσακωμένο με το ρυθμό. Και μακάρι να σκεφτεί κάποτε να γεμίσει όλο το σπίτι με κόκκινα τριαντάφυλλα στα γενέθλιά μου, όπως έκανες εσύ έκπληξη στη μάνα μου. Κάθε χρόνος και λουλούδι. Κάθε λουλούδι και γλυκόπικρη, μοναδική μυρωδιά. Χρόνια αγκαθωτά κι υπέροχα, που αξίζουν την κάθε στιγμή. Οι άνθρωποι που αγαπιούνται τόσο πολύ και δένονται στα ζόρια έχουν την επιβλητική ομορφιά δυο βράχων σμιλεμένων στην ακροθαλασσιά. Δεν σου επιτρέπουν να τους λυπηθείς, παρά μόνο να κάνεις χάζι το τοπίο.

"Θέλω να δω τ’ άσπρο του κόσμου
μέσα απ’ τα μάτια ενός πιτσιρικά
να ημερέψω λίγο φως μου
κι όταν θα γεννηθεί ο γιος μου
θα μου τα μάθει της ζωής τα μαγικά."

Εδώ γελάνε. Λες; Αποκλείεται... Αλλά λέω αν, τώρα... Αν. Εύχομαι μόνο να έχει τα μάτια σου. Τα υπόλοιπα, τα ουσιώδη, θα τα φροντίσω εγώ.

Κι επειδή πολύς Παπακωνσταντίνου και πολλή "κατάθλιψη" γενικότερα μας πήρε στο κατόπι, μαζί με όσα έπονται, καιρός να σοβαρευτούμε και να στρώσουμε. Άντε, ώρα μας είναι, "γαμώ τα υπουργεία μου!" :)

https://www.youtube.com/watch?v=uX_hoOEfO1Y




Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Χτίσε μια γέφυρα*

Κι επειδή με βαρέθηκα κι εγώ τελευταία με τα γράμματα - σεντόνια, ας πούμε δυο απλές σύντομες κουβέντες στο Παπαδακικό στυλ, που ταυτίζει συναισθήματα με αντικείμενα, χρώματα και μυρωδιές.

"Being alone doesn't necessarily mean being lonely"
Μοναξιά;
Μερικές φορές, η μυρωδιά του πικρού γαλλικού στο πρωινό φλυτζάνι, ή το κακομαγειρεμένο φαγητό που ζεσταίνεις μηχανικά. Κι άλλοτε, η γλυκιά γεύση της σοκολάτας στα δάχτυλά σου, καθώς αναπνέεις στο αεράκι του δρόμου, χωρίς να σε νοιάζει αν θα σε δει κανείς. Μεθυστική, παιδιάστικη ελευθερία.

Παιδική ευτυχία;
Μυρωδιά καπνού, ζεστού pancake τα χαράματα. Ύπνος σε στιβαρές αγκαλιές και γόνατα, κάτω απ' το τραπέζι ενός κατάμεστου ρεμπετάδικου. Και κωλοτούμπες στη μαλακή μοκέτα του ευρύχωρου σαλονιού, με τα ηχεία στο τέρμα.

Παραδοχή;
Η αίσθηση πως δεν μπορείς να παίξεις μουσική σε μια ξεκούρδιστη μπάντα. Και το ανικανοποίητο μιας παράστασης με κακό τέλος, όταν ανάβουν τα φώτα του θεάτρου.

Έρωτας;
Τα κρυμμένα νοήματα που ανακαλύπτεις σε κάθε μουσική νότα, κάθε συλλαβή, ταυτίζεις και ταυτίζεσαι. Κι ένα τραγούδι που καταχωρείται αυτομάτως στο mp3 σου και στην προχρονική μνήμη, αν το έχει στείλει εκείνος.

Φόβος;
Το χρώμα ενός θολού, σχεδόν ολόγιομου φεγγαριού, κι ο ήχος του κρυστάλλου όταν σπάει.

Όνειρο;
Μυρωδιά τυπωμένου χαρτιού. Και μια πεταλούδα μπροστά στα μάτια σου, ακριβώς τη στιγμή που μνημονεύεις έντονα μια ψυχή.

Χωρισμός;
Μια μπλε δερμάτινη ζώνη με μια σκαλιστή, μεταλλική πυξίδα. Την ερωτεύτηκες με την πρώτη ματιά. Δώρο μετ' επιστροφής, που ανοίγεις τρύπες για να κάνει στα δικά σου μέτρα. Μάλλον ταίριαζε περισσότερο σε σένα τελικά, γιατί ποτέ δεν σε έσφιγγε.

"Να σωματοποιείς τα συναισθήματά σου." Άνθρωπος που εκτιμά ειλικρινά την ολιγόλεπτη συνοδεία σου στο περπάτημα, αξίζει να λιώσεις για χάρη του όλα τα παπούτσια του κόσμου στην πεζοπορία.

"Θα 'θελα να ήμουν εκεί". Πόσο ανώριμη ευχή, αλήθεια!
Θέληση, μυαλό και πόδια αρκούν πια. Μεγαλώσαμε για να δίνουμε εφηβικά παρατσούκλια στους φόβους μας.
"Οι άνθρωποι χρειάζονται τις δικαιολογίες τους! Μην τους γδύνεις..."
Ίσως αν πάψεις να είσαι τόσο ατσαλάκωτος, αν περπατήσεις έστω για μια φορά γυμνός στα απόμερα σοκάκια της σκέψης σου, να ταιριάζουμε περισσότερο.
Δεν θέλω να είσαι ευάλωτος. Δεν θέλω να σε "παρηγορήσω" με τυπικότητες και αμπελοφιλοσοφίες. Όποιος έχει σεργιανίσει στα δικά σου βήματα, σε σέβεται.
Να σου κρατάω το χέρι θέλω. Να χαιδεύω την πλάτη σου σε σιωπηρές αγκαλιές. Να μαγειρέψω κάτι άνοστο, και να μην ντραπείς να πετάξεις τη μπουκιά. Να σε κάνω να γελάς. Να σε νανουρίζω. Να δούμε ταινίες και ν' ακούσουμε μουσικές που θα ταυτιστούν αργότερα όπως ο ήχος της φωνής μας.

Μη με μαλώνεις. Αντέχω πολύ περισσότερο απ' όσο φαντάζεσαι. Δεν θες να ξέρεις για το παρελθόν, και σ' εκτιμώ λίγο παραπάνω γι' αυτό. Σου αρκεί όμως πραγματικά η εικόνα που βλέπεις;

Μην με κρίνεις, σε παρακαλώ. Περισσότερο απ' την εξεταστική σου ματιά, τρέμω μήπως με φοβάσαι εσύ.
Είμαι πολύ πιο χαζή απ' όσο πιστεύεις, έχω μεγάλη καρδιά και δυνατά χέρια. Και γουστάρω να σε περάσω απέναντι, με όποιους τρόπους έχω μάθει κι αντέχω. Χτίζοντας και γκρεμίζοντας γέφυρες. Σπρώχνοντας, τραβώντας, κολυμπώντας, όπως χρειαστεί. Αρκεί να σε καμαρώνω, όταν τα μάτια μας κοιτούν στην ίδια ευθεία. Περισσότερο απ' τη λέξη "σωτήρας", μισώ τη λέξη "ευχαριστώ". Τις χρησιμοποιούν και τις έχουν ανάγκη μόνο οι άχρηστοι, οι αδύναμοι και οι ανικανοποίητοι. Να το θυμάσαι αυτό. Οι υπόλοιποι, απλώς αφήνουν τα γεγονότα και τις πράξεις να μιλήσουν για εκείνους.

Θα σε περιμένω χαμογελαστή στην όχθη, με το τσιγαράκι που τόσο σιχαίνεσαι. Αλλά αν χρειαστεί, θα το κόψω κι αυτό. Σε φιλώ. :)









Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Love (and read) me if you dare, pt.2: Όλες του κόσμου οι Κυριακές

Πριν από λίγο καιρό έγραψα ένα τεράστιο γράμμα για τον άνθρωπο που έδωσε μορφή και σχήμα στην έννοια της αγάπης στο μυαλό μου. Για να μην ξεχάσω, για να εξυψώσω κατηγορώντας εμένα. Η διαφορά στον έρωτα είναι πως δεν χρειάζεται λεκτικά φτερά για ν' ανυψωθεί, είναι ο Ίκαρος που δεν καίγεται ποτέ απ' τον ήλιο της μνήμης σου. Επιτέλους λοιπόν... :)

    Υπάρχουν ερωτικές ιστορίες έντονες, αδιάφορες, σύντομες, απωθητικές, κινηματογραφικές. Εδώ πρέπει να προετοιμαστείς για ένα σίριαλ που τα έχει όλα: πάθη, μίση, ίντριγκες, αδιαφορία, δράματα, γέλια, φιλική αγάπη, προσωρινά απωθημένα. Και προφανώς είναι μια ιστορία που δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ με τη φράση "κάπως έτσι αγάπες μου γνώρισα τον πατέρα σας". Είναι γνωστό άλλωστε ότι οι μεγαλύτεροι έρωτες δεν λουφάζουν ποτέ για καιρό στο ίδιο κρεβάτι, ανίκανοι να συμβιβαστούν με αγκαλιές χωρίς μυρωδιά μπαρουτιού. "Τέσσερα χρόνια απ' τη ζωή μου ήταν πολλά, πάρα πολλά." Υπεραρκετά για να τα διηγείσαι αργότερα σε χαρούμενα έκπληκτους ακροατές.

    Δεν πίστευα ούτε πιστεύω στον κεραυνοβόλο έρωτα. Σε γνώρισα λίγες μέρες πριν μάθω τα αποτελέσματα των Πανελληνίων μου. Όταν η δεύτερη σκέψη, μετά την έκπληξη, ήταν η χαρά πως θα σ' έβλεπα συχνά, θα 'πρεπε να υποψιαστώ κάτι. Όταν τύπωσα μια φωτογραφία που σε είχα τραβήξει για να την έχω μαζί μου στο ταξίδι, να καμαρώνω το βλέμμα σου. Η πρώτη εικόνα που μου έμεινε στο μυαλό ήταν πως είχαμε ίδια μέρα γενέθλια και ίδιους στόχους για το μέλλον. Ήταν αρκετή για να περάσει ένας μήνας με το πιο γλυκό συναίσθημα προσμονής που θυμάμαι. Τα πρώτα ξενύχτια, τα γέλια, τα ποτάμια του ούζου, ο κόμπος στο στομάχι τις μέρες που ήξερα πως δεν θα 'ρχοσουν μαζί μας. Κι όταν άρχισα πια να κουράζομαι απ' την απελπισία ενός αβέβαιου "παραπέντε", ήρθε η νύχτα που τ' άλλαξε όλα. Τις νιώθεις αυτές τις νύχτες, μυρίζεις την αστερόσκονη στον αέρα. Τέσσερα βλαμμένα που μιλούσαν κι ονειρεύονταν δίπλα στη θάλασσα. "Μην με πάτε σπίτι, θέλω να περπατήσω". Ήμουν τόσο ανασφαλής που δεν είχα καταλάβει τίποτα, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μέχρι ν' ακούσω αργότερα τον ήχο του μηνύματος στο κινητό μου.

- Πες το αστείο, γελοίο, όπως θες, δεν με νοιάζει. Σε σκέφτομαι.
...
- Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Θέλω να σε πάρω αγκαλιά.
Μπόινγκ, μπόινγκ, μπόινγκ. Κάπως έτσι άρχισα να πιστεύω στα θαύματα και να κάνω το σαλόνι-κρεβατοκάμαρα σε 0.3 χοροπηδώντας. Καρδιά και σώμα βατραχάκι. Πώς να μιλήσεις, αν κλείσει το στόμα σου φιλί σαρκοφάγο μόλις ανοίξεις την πόρτα; Ένα απ' τα ωραιότερα βράδια της ζωής μου μας βρήκε αγκαλιά στον καναπέ, να γελάμε με τον χρόνο που θα είχαμε γλιτώσει αν ο κολλητός μας άνοιγε το στόμα του, αφού του είχαμε μιλήσει αμφότεροι.
Όλα τα όμορφα τελειώνουν γρήγορα, αν είσαι μικρός κι ανίκανος να τα διαχειριστείς. Κάπως έτσι μετά από λίγο καιρό εσύ με άφησες για άλλη κι εγώ βρέθηκα με άλλον. Υποκριτική αδιαφορία, δολοφονικά προσχήματα λόγω παρέας, βλέμματα που σπάνε κόκκαλα, αμοιβαία ένταση και θυμός. Και φαινομενική λήθη. Μέχρι τη στιγμή που βρεθήκαμε ένα ξημέρωμα στο ίδιο κρεβάτι, με αγκάλιασες τόσο σφιχτά που μούδιασα και τυλίχτηκες σαν μωρό στην πλάτη μου. "Συγγνώμη". Τότε άρχισα να καταλαβαίνω γιατί ήσουν τόσο μετρημένος στα λόγια. Σπάνιες, αντρίκιες κουβέντες, που δεν ζητιανεύουν ερωτικά ανταλλάγματα.

    Αρχίσαμε να μιλάμε. Αρχίσαμε να γνωριζόμαστε, δειλά δειλά, κερδίζοντας το χαμένο χρόνο. Ατελείωτες συζητήσεις, σχεδόν καθημερινές, ως το πρωί. Αν το πάθος κι ο θαυμασμός είναι η σπίθα του έρωτα, η εκτίμηση είναι ο αέρας που δυναμώνει τη φωτιά. Κάποτε βρήκα τις συνομιλίες μας και συγκινήθηκα απ' την προσπάθειά σου να με προσγειώσεις απ' το ροζ συννεφάκι μου, απ' την προστατευτικότητά σου. Δεν καταλάβαινα τότε ότι μοιάζαμε τόσο πολύ. Με τη διαφορά ότι είχες ανέκαθεν ένα πολύ πιο δυνατό κι ώριμο μυαλό. Ντρεπόμουν ακόμη και να σε ρωτήσω για μια απορία μου σε μάθημα, πόσο μάλλον να σου πω αυτά που αισθάνομαι. Μου μιλούσες όπως θα μιλούσα στον εαυτό μου λίγα χρόνια αργότερα. Σε συμβούλευα για τα ερωτικά σου όπως θα συμβούλευα ένα φίλο, κι έριχνα κουτουλιές στον τοίχο δίπλα μου, συνήθως αγκαλιά μια μαυροδάφνη. Κλαιγόμουν στις φίλες, έγραφα γράμματα - σεντόνια τα οποία κατέστρεφα την επόμενη μέρα. Κι όταν αυτή η ατμόσφαιρα του παραπέντε έγινε άλλη μια φορά βρόγχος στο λαιμό μου, λίγο πριν χωρίσουμε και οι δυο, έκανες την αρχή και μιλήσαμε με ανοιχτά χαρτιά. Πώς να συγκρατήσεις ένα ορμητικό ποτάμι με ένα κλωναράκι λογικής; Το επόμενο πρωί ταξίδευα για Αθήνα, κι είχα ένα τεράστιο άυπνο χαμόγελο σφηνωμένο στη μούρη μου, με το φόβο να μην προδοθώ στους άλλους της παρέας. Γλυκιά μυστικοπάθεια. "Σ' ένα μινοράκι σ έβαλα κρυφά...."

    Ακόμη και τώρα, πιστεύω ότι είμασταν ανίκανοι να κρύψουμε το οτιδήποτε. Στα μη αδιάφορα μάτια, η ενέργεια μεταξύ δυο ανθρώπων είναι σχεδόν χειροπιαστή, τόσο καθαρή που μπορείς να την αγγίξεις. Κι όσο οι λέξεις χωλαίνουν, ανήμπορες να περιγράψουν, η επονομαζόμενη και πολυδιαφημισμένη "χημεία" παίρνει διαστάσεις πυρηνικού αντιδραστήρα. Και κάθε μέρα γίνεται μια μικρή αφορμή για υπόγειες εκρήξεις. Όταν μας είδε ένα βράδυ ο Πάνος να χορεύουμε μαζί, βγήκε έξω και κλωτσούσε τ' αμάξια απ' τα νεύρα του. Όταν αναγνώριζα ή θυμόμουν, απ' το βλέμμα μου και μόνο, ποιες φωτογραφίες με τραβούσες εσύ. Δεν μπορούσα να φάω, να κοιμηθώ φυσιολογικά, να διατηρήσω τον έλεγχο. Όπως τότε που ήθελα να σου φτιάξω τη διάθεση, φρεσκοχωρισμένος γαρ, σ' έπεισα να βγούμε στις τέσσερις το πρωί, ήπιαμε ένα μπουκάλι βότκα σε δέκα λεπτά και με πρόδωσε η διάθεσή μου. Με ανέβασες αγκαλιά στις σκάλες του σπιτιού με το ζόρι, όσο νιαούριζα πως μπορώ να περπατήσω, και το μόνο που μ' ένοιαζε την ερωτοπετροβολημένη, ήταν πόσο άσχημη φαινόμουν στα εξίσου μεθυσμένα μάτια σου.
- Καρδούλα μου, συγγνώμη που σου χάλασα τη βραδιά, αλήθεια...
- Δεν πειράζει Γεωργία μου, εγώ συγγνώμη, που είμαι μαλάκας...
(Γελοιωδίες οινοπνευματώδεις. Μην κοροιδεύεις, ξέρω πως έχει συμβεί και σε σένα)

     Ίσως δεν ήταν γραφτό να γίνει. Ίσως μας μπλόκαραν οι συνθήκες, αλλά η ηρεμία μεταξύ μας ήταν πάντα η άμπωτη πριν την καταιγίδα. Ένα καλοκαίρι που εξαφανίστηκα απροειδοποίητα στην Αθήνα για να καταλάβω τι σκέφτεσαι, γύρισα ερημιές και κοσμικονήσια, για να επιστρέψω στο Ηράκλειο και να σου δώσω επιτέλους μια γραπτή έκδοση της αλήθειας. Με απωθημένο, με πόνο, φτύνοντας συναισθήματα. Χαμένο παιχνίδι. Φυσικά και δεν απάντησες ποτέ. Φυσικά και βρήκες μια άσχετη αφορμή για να τσακωθούμε. Και τότε άρχισε ο δεύτερος γύρος στο ρινγκ. Υπέροχος, σκληρός, Ψυχρός Πόλεμος. Παλεύαμε με κάθε τρόπο να δείξουμε ο ένας στον άλλο μια τρανταχτή αδιαφορία, στα όρια της απέχθειας. Mind games. Και κάθε προσπάθεια έπεφτε κωμικοτραγικά στο κενό. Ακόμη κι αυτά τα απλά, αθώα παιχνιδάκια της ζήλιας, μας έφταναν στο σημείο να γινόμαστε πρασινοσαυρί και μπλε μαρέν αντίστοιχα. Μία σου και δέκα μου. Δέκα σου και μία μου.
       Και οι μήνες (σιωπής) κυλούσαν, και ξαναβρέθηκα, και ξαναχώρισα με τον Πάνο, κι εκεί που η κατάθλιψή μου σμίλευε σταθερά την αποδοχή της κατάστασης μεταξύ μας, έρχεται εκείνο το βράδυ που μ' έκλεψαν στο δρόμοοοο... Τα νεύρα διαδέχτηκε ένα ισχυρότατο σοκ, περπατούσα χωρίς να βλέπω, δεν μπορούσα να οδηγήσω. Κατά τις τρεις παίρνω τον Ιάσονα και λίγο μετά αναγνωρίζω τη σιλουέτα του να έρχεται προς το μέρος μου, μαζί με ένα άλλο, πολύ γνώριμο βάδισμα... Είχα καιρό να σε δω, ίσως γι' αυτό μου κόπηκε και η μιλιά. Αφού χτενίσατε όλη την περιοχή μήπως βρείτε τίποτα, με βάλατε για ύπνο γιατί την επομένη θα τρέχαμε όλοι μαζί για τα διαδικαστικά. Και με νανούριζαν οι φωνές σας. Ύπνος; Ποιος ύπνος; Προσποιούμουν ότι κοιμάμαι, έτρεμα και κρυφογελούσα όταν έσκυβες ελεγκτικά από πάνω μου και με σκέπαζες με το πάπλωμα. Γατί πούστικο. Κάπου τότε αρχίσατε να ταυτίζεστε στη συνείδησή μου ως "οι άντρες μου". Κάπου τότε γνώρισα τα όρια του αυτοελέγχου μου, αφού κάθε στιγμή συγκρατούσα με κόπο τα χέρια μου που ήθελαν να σ΄ αγκαλιάσουν.

    Λίγο καιρό μετά, σε μια ιδιαίτερη στιγμή μας, καρφώθηκα στο βλέμμα σου κι ένα μαγικό διακοπτάκι στην άκρη του μυαλού μου γύρισε ακαριαία στο κλικ της παραδοχής. Δεν θα έκανες ποτέ όσα θα ήθελα από σένα και δεν θα γινόμουν ποτέ αυτό που θα άντεχες. Ζητούσαμε τόσο διαφορετικά πράγματα ο ένας απ' τον άλλο, απ' τους εαυτούς μας... Και η αγάπη ημερεύει, γλυκαίνει έναν έρωτα που κατασπαράζει το μέσα σου. Έτσι πίστευα. Χα. Χα. ΧΑ.

    Το καλοκαίρι οι άντρες μου ανεβήκατε στο Πήλιο παρέα, στο άτιμο το κάστρο μου. Αυτό το ρημαδομέρος τα φταίει όλα. Πάνω που νόμιζα πως όλα είχαν βρει το φιλικό ρυθμό τους, τα χαστούκια ήταν τόσο ανεπιτήδευτα πολλά και τόσο ήρεμα απότομα... Κοιμόμασταν στο παλιό κρεβάτι των γονιών μου, στο μοναδικό σπίτι που είχα καλές αναμνήσεις απ' τους δυο τους ως ζευγάρι. Πηγαίναμε βόλτα με τη βάρκα και σας έταζα ψαρέματα, αλλά έβλεπα πώς με κοιτούσες και σκεφτόμουν πως και χταπόδι να τυλιγόταν στο κεφάλι μου δεν θα καταλάβαινα τίποτα. Σας καθάριζα το ψάρι και με πείραζες, με παίνευες πως το 'χω με τα τοστ. Ναι, ειδικά το βραστό νερό είναι η σπεσιαλιτέ μου, ήθελα να σου πω, αλλά ο συντονισμός γλώσσας και μυαλού είχε κοπεί από αδικαιολόγητες... Έπαιζες μπάλα με τον μικρό της Μαριλένας και σε κοίταζε όπως κοιτούσε εμένα, αυτός ο τέλειος, αχόρταγος παιδικός θαυμασμός. Και φυσικά, η ίδια η Μαριλένα, που συνήθως τσακωνόμασταν γιατί ανέκαθεν πίστευε πως θα συννενοούμουν μόνο με κάποιον που μου ρίχνει μια δεκαριά χρόνια, ξαφνικά κουνούσε την ουρά της σαν κουτάβι. "Αυτός είναι. Ναι ναι, ΑΥΤΟΣ είναι." Το πρωί που ξύπνησα, βγήκα στην αυλή και το πρώτο πράγμα που είδα ήταν τα δυο αγαπημένα μου ζευγάρια πράσινα μάτια να ζυγιάζονται. "Αμάν πια κύριε Χρήστο το ζάρι σας! Τώρα καταλαβαίνω από που πήρε..." Δεν μίλησα, πήγα να φτιάξω καφέ κι έβαλα το κεφάλι κάτω απ' τη βρύση. Απανωτά καρέ. Μπαμ, μπουμ, μπαμ... Συνεχώς προσπαθούσα να καταλάβω αν ονειρεύομαι. Και μια αγκαλιά στην αιώρα, με μοναδικό φως τον πιο υπέροχο έναστρο ουρανό που έχω αντικρίσει ποτέ από πάνω μας. Πόσο ν' αντέξω πια; Πόση αστερόσκονη χωράει σε μια νύχτα;...
   Ήταν αναμενόμενο πως τα πυροτεχνήματα θα έσβηναν με μια αδέξια παρεξήγηση. Και οι δυο ξέραμε πως ο κολλητός μας ήταν ο τύπος που δεν ήθελες να νευριάσεις. Το πιο σιωπηλό ταξίδι επιστροφής, εσείς αμίλητοι μπροστά κι εγώ ξαπλωμένη στο πίσω κάθισμα, με το βλέμμα στυλωμένο στην οροφή για να μην με δείτε βουρκωμένη. Ήρεμο το σάουντρακ της αμηχανίας, μέχρι τη στιγμή που δυνάμωσες αισθητά την ένταση, χωρίς να μου ρίξεις μισό βλέμμα.
"Είσαι νεράιδα της αυγής, η πιο όμορφη όλης της γης..."
Μου κόπηκαν τα μυξοκλάματα μαχαίρι.

    Συζητήσεις επί συζητήσεων, πάντα σε τριπλέτα και καθόλου στο επιζητούμενο ντουέτο. Αλτρουιστικά, ειλικρινή "όχι Ιάσονα, εγώ φταίω" κι απ' τους δυο μας. Τα μπινελίκια σας όταν πρωτομίλησα για την κατάθλιψη της οποίας δεν άφησα να γίνετε θεατές. Και η παραχώρηση που δεν έκανα ποτέ ξανά και για κανέναν: Να με φωνάζετε με το οικογενειακό μου χαιδευτικό. Είχες καταλάβει πολύ καλά, γι' αυτό το χρησιμοποιούσες (και το χρησιμοποιείς ακόμη) καμαρωτά σε κάθε ευκαιρία.
"Πώς είσαι Γκόγκο μου;"
Μιας και το ανέφερα, φυσικά οι οικογενειακές αντιδράσεις δεν βοηθούσαν ιδιαίτερα.
-Τι κάνει ο μοναχικός καουμπόυ; με τον απαραίτητο σαρκασμό επίγνωσης η Βασούλα.
- Καλέ, αυτό το παιδί με τα πράσινα ματάκια πρέπει να 'ναι πολύ ερωτευμένο μαζί σου... Δεν βλέπεις πως σε κοιτάει;
-Αγγελική... ΣΚΑΣΕ.

Και μετά; Τι συνέβη μετά;
Η πολυπόθητη κουβέντα δεν έγινε ποτέ. Και προχωρήσαμε τις ζωές μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνει πλέον απαγορευτική. Μόνο... Μόνο που μερικές στιγμές το αλκοόλ ήταν κακός συμβουλάτορας.
Εκείνο το βράδυ που πέταξες τη μπλούζα μαζί με τις αναστολές σου, έπιασες το μικρόφωνο και τραγούδησες για πρώτη φορά μπροστά μας.
"Μα τι να πω, στο περιθώριο που ζω φυλακισμένος
το σ’ αγαπώ
μοιάζει με λέξη που τη λέει μεθυσμένος..."

- Ήσουν πολύ όμορφη εκείνο το βράδυ.
(Κι ακόμα χαμογελάω σαν ηλίθια όποτε ακούω το συγκεκριμένο τραγούδι, τη στιγμή που ο υπόλοιπος κόσμος χτυπάει τις ενδοφλέβιες)

One of these days. Σπίτι, ουίσκι και μοναξιές. Με μένα στην άλλη άκρη του msn, όπως παλιά. "Xαίρομαι που είσαι ευτυχισμένη ρε Γκογκάκι..." Κι ένα "Τώρα σε θέλω" στα καπάκια. Συνήθως ο Ρέμος δεν με κάνει να κουτουλάω στον τοίχο, μόνο που εκείνος ο έρμος δίπλα στο γραφείο κόντευε να πάρει το σχήμα του κεφαλιού μου, σαν στένσιλ. Mind games can be so natural... :)

Nομίζω πάντως ότι σε καμιά εκατοστή χρονάκια, καμία άνοια δεν θα μ' έκανε να ξεχάσω την πρώτη και τελευταία φορά που άκουσα τη μαγική φρασούλα απ' τα χείλη σου. Είμασταν στο Μητροπάνο, τον οποίο λάτρευες κι έμαθες κι εμένα να τον εκτιμώ. "Θα σου πω κάτι που δεν ακούς συχνά. Σ' αγαπάω ρε Γεωργία... Πολύ. Και χαίρομαι τόσο που είσαι καλά εκεί που βρίσκεσαι..." Δεν ξέρω πως, αλλά τα επόμενα δευτερόλεπτα έχουμε βρεθεί ταυτόχρονα πάνω στο τραπέζι να χορεύουμε. "Να σου λέω έλα..." Έλα και μην αφήσεις τίποτα όρθιο. Θα μπορούσα να γκρεμίσω το ταβάνι, εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Πετούσα και τα χέρια μου άγγιζαν τον ουρανό.

Ταξίδια, ομαδικό διάβασμα, ταβέρνες, κοινές γιορτές, διακοπές, ούζο με βυσσινάδα, μουντά χειμωνιάτικα απογεύματα με tichu και καφέ. Μικρές και μεγάλες στιγμές ήταν η καθημερινότητά μας, χωρίς "παραβατικές" συμπεριφορές.
Είχα διηγηθεί την ιστορία μας σε επιλεγμένα κι επιλεκτικά αυτιά. Πόσο βαρετό, πόσο ξένο μπορεί να μοιάζει ένα γεγονός μέχρι να το διαπιστώσεις ο ίδιος... Το βράδυ που πρώτα είδα τα γουρλωμένα μάτια των κοριτσιών απέναντί μου και μετά ένιωσα την αύρα σου να με πλησιάζει με ύπουλο, πισώπλατο γλυκό φιλί στο λαιμό. Ή εκείνη τη νύχτα στο beach party, που βουτούσαμε στη θάλασσα κάθε τόσο "για να δροσιστούμε", αλλά η απάντηση - λάβαρο στην έμμεση άρνησή μου ήταν μια δαγκωματιά που άφησε σημάδι για μέρες στον ώμο μου. Και η Πηνελόπη να χιχιρίζει το επόμενο πρωί, ματάκια λαμπερά και χαρούμενα: "Μα μου τα έλεγες, δεν σας είχα δει όμως καθόλου μαζί... Είστε τόοοοσο όμορφοι! Ταιριάζετε τόοοοσο πολύ!"
Κι όταν μίλησα προσφάτως για σένα, σε δυο αντίθετους χαρακτήρες σε διαφορετικές στιγμές, η κοινή αντίδραση ήταν "Γιατί; Γιατί δεν μιλήσατε, γιατί δεν είσαστε ακόμη και τώρα μαζί; ΓΙΑΤΙΙΙΙ;"
Γιατί έπρεπε. Γιατί έτσι είμαστε φτιαγμένοι, και πολύ χαίρομαι γι' αυτό.

    Δεν ήσουν ποτέ ο τύπος του άντρα που θα έκανε κάποια να χλομιάσει απ' την ομορφιά σου. Έχεις όμως μια γοητεία που παραδέχονται ακόμη και οι ομόφυλοί σου, ένα απροσδιόριστο "κάτι" που αποσυντονίζει, μαγεύει, σε υπνωτίζει.
    Ίσως είναι το χιούμορ σου, το μοριακού επιπέδου δείγμα της πνευματικής ευστροφίας. Ή τα λακκάκια στο χαμόγελό σου. Μήπως ο τρόπος που περπατάς; Η βραχνάδα στο γέλιο, ή τα μικροσημάδια στο σώμα σου;
Μεγάλωσα αρκετά για να μην μπορώ να δώσω μια σαφή απάντηση. Αυτό το κάτι, το "μεγάλο μυστικό", ήταν η ενέργεια η οποία σε έκανε να βρεθείς στην άλλη άκρη της Ευρώπης, μ' ένα βαρβάτο μεταπτυχιακό κι υψηλούς στόχους. Καθόσουν προσηλωμένος και διάβαζες, σ' ένα παλιό δωματιάκι που έπρεπε να σκεπάζεις το κρεβάτι για μην λερωθεί όταν μαγείρευες, και φύτρωναν στην πλάτη σου αόρατα φτερά. Την ίδια στιγμή που κάποιοι σαν εμένα κάθονταν στην άπλα τους και περίμεναν απ' τη ζωή να τους δώσει πίσω τα βερεσέδια που τους χρωστούσε, χωρίς να διεκδικούν ούτε τ' απαραίτητα.

    
     Υπάρχει η λανθασμένη αντίληψη πως ένα κοριτσάκι μετονομάζεται σε γυναίκα, τη στιγμή που κάνει έρωτα για πρώτη φορά. Σ' ευχαριστώ που μ' έκανες ν' αντιληφθώ σε πλήρη έκταση το νόημα αυτής της λέξης, με όλο το φάσμα των θετικών κι αρνητικών συνεπειών. Με τις ζήλιες, τις δεύτερες σκέψεις, την θηλυκότητα, την ένταση, το θράσος, τα πηγαία ουσιώδη συναισθήματα. Κάθε φορά που έλιωνα σαν το κερί στην αγκαλιά σου κι ανακάλυπτα κάτι καινούριο σε μένα, τρομακτικό κι υπέροχο ταυτόχρονα.
   
    Σ' ευχαριστώ που απέδειξες στον εαυτό σου πως είσαι ικανός να γυρίσεις το σύμπαν ανάποδα, για να πετύχεις όσα ονειρεύεσαι. Που δεν πρόδωσες ποτέ την εικόνα σου. Εγωιστικό κίνητρο προσωπικής μου επιβεβαίωσης; Μπορεί να γίνει μερικές φορές, αλλά δεν σβήνει τα τόσα μαμαδίσια χαμόγελα περηφάνιας που έχεις χαρίσει γενναιόδωρα.
  
    Σ' ευχαριστώ που μπορώ, μετά από μια δεκαετία, να εκφράζομαι ακόμη όταν επικοινωνούμε με τις πρώτες σκέψεις που μου έρχονται στο μυαλό, αβίαστα και χωρίς παρεξηγήσεις. Που μπορώ να λέω ακόμη "ο Νίκος ΜΟΥ", με το μέλι στην άκρη των χειλιών. Ναι, δικός μου είσαι. Χωρίς ψευδαισθήσεις κτητικότητας ή ερωτικό απωθημένο, παρά μόνο σαν ζωγραφιά πολύτιμη που δεν μπορεί να μου κλέψει κανείς. Οι σχέσεις, τα δράματα και οι σχετικές αηδίες είναι για τους υπόλοιπους, γι αυτούς τους κακομοίρηδες που θα προσπαθώ να εξηγώ τ' ανεξήγητα αν και όταν γίνω νονά για τα πιτσιρίκια σου, ας πούμε... :)
 
    Ίσως πρέπει να σε καταριέμαι που έβαλες τόσο ψηλά τον πήχυ. Ή να πάψω να σκέφτομαι πως σ' ένα παράλληλο σύμπαν, μ' ένα μικρό νεύμα θα σ' ακολουθούσα τρέχοντας, σε όποια γωνίτσα της γης κι αν βρισκόσουν. Δεν μπορώ όμως.
   
    Σ' ευχαριστώ που σε γνώρισα, που είσαι εσύ.

Μα τι είναι όλο αυτό το Άρλεκιν κατεβατό; Βιβλίο γράφεις; Όχι, απλώς φοβάμαι μην ξεχάσω.
Και τι σημαίνει τελικά όλο αυτό;
Φυσικά και είναι η μαγική φρασούλα που δεν άκουσες ποτέ απ' το δικό μου στόμα. Ακόμη κι αν αντήχησε μερικές φορές σε πολύ πιο ανάξια αυτιά απ' τα δικά σου, την έβλεπες κάθε μέρα και την νιώθεις. Εκεί είναι το νόημα νομίζω, τελικά. Στα σιωπηρά, αληθινά συναισθήματα που σε λυτρώνουν απ' την ανάγκη της ομιλίας και των ψεμάτων. Όπως τότε.

"Ήταν μια σπίθα στην αρχή... Και μιας βροχής ψιχάλα..." :)